Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Ένβερ Χότζα: Ο Ευρωκομμουνισμός Είναι Αντικομμουνισμός: Μέρος Α

Ένβερ Χότζα

Ο Ευρωκομμουνισμός Είναι Αντικομμουνισμός
Μέρος Α






Στο 9ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας, τον Απρίλη του 1978, οι ρεβιζιονιστές του Καρρίγιο ξεκαθάρισαν ότι το κόμμα τους δεν είναι πια μαρξιστικό – λενινιστικό, αλλά ένα «μαρξιστικό δημοκρατικό επαναστατικό κόμμα». «Το να θεωρούμε τον λενινισμό τον μαρξισμό των καιρών μας είναι απορριπτέο», ξεκαθάρισε ο Καρρίγιο. Οι Γάλλοι ρεβιζιονιστές ηγέτες πρότειναν στο 23ο Συνέδριο, που πραγματοποιήθηκε το Μάιο του 1979, ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τις αναφορές στο μαρξισμό – λενινισμό στα έγγραφα του κόμματός τους και να τον αντικαταστήσουν με τον όρο «επιστημονικός σοσιαλισμός».

Οι Ιταλοί ρεβιζιονιστές, επίσης, στο 15ο συνέδριο του κόμματός τους, τον Απρίλιο του 1979, απέσυραν απ’ το καταστατικό τους την προϋπόθεση τα μέλη τους να κατέχουν το μαρξισμό – λενινισμό και να εφαρμόζουν τις διδασκαλίες του. «Η θεωρία του μαρξισμού – λενινισμού δεν αντιπροσωπεύει ολόκληρο τον πλούτο της θεωρητικής και ιδεολογικής μας κληρονομιάς», λένε οι οπαδοί του Τολιάτι. Τώρα ο καθένας μπορεί να συμμετέχει στο Ιταλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα, άσχετα από την ιδεολογία που υποστηρίζει ή που εφαρμόζει. Σ’ αυτό το δρόμο, οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές, επίσημα και δημόσια, επικύρωσαν την τελική ρήξη με το μαρξισμό – λενινισμό, κάτι το οποίο στην πράξη έχουν κάνει εδώ και χρόνια. Ιδιαίτερα ικανοποιημένη από αυτή την πλήρη και ραγδαία σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη αυτών των κομμάτων, η προπαγάνδα της μπουρζουαζίας αποκάλεσε το 1979 «χρονιά του ευρωκομμουνισμού». Στη σημερινή συγκυρία, όπου οι ευρωπαϊκή μπουρζουαζία βρίσκεται σε μεγάλες δυσκολίες εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής και πολιτικής κρίσης, όπου η αντίδραση των μαζών ενάντια στις συνέπειες της κρίσης και της καπιταλιστικής καταπίεσης και εκμετάλλευσης φτάνει σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα, τίποτα δε θα μπορούσε να υπηρετήσει καλύτερα τις άρχουσες τάξεις, απ’ ότι η αντιμαρξιστική θεώρηση και αντεργατική δραστηριότητα των ευρωκομμουνιστών. Τίποτα δε θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερη βοήθεια στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού για την καταστολή της επανάστασης, την υπονόμευση των απελευθερωτικών αγώνων και την κυριαρχία του κόσμου, απ’ ότι οι ρεβιζιονιστικές, πασιφιστικές τάσεις συνθηκολόγησης, συμπεριλαμβανομένου και του ευρωκομμουνισμού. Η αστική τάξη της δύσης δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της για το γεγονός ότι οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές ευθυγραμμίστηκαν με τους σοσιαλδημοκράτες και τους φασίστες για να επιτεθούν από κοινού και με όλα τους τα όπλα στην επανάσταση, τον μαρξισμό-λενινισμό και τον κομμουνισμό. 

Οι καπιταλιστές είναι υπερευχαριστημένοι που προετοιμάζουν νέους διαχειριστές των υποθέσεών τους, με στόχο τη βαθμιαία αντικατάσταση των σοσιαλδημοκρατών, των οποίων οι μακροχρόνιες υπηρεσίες στους μηχανισμούς του αστικού κράτους και οι ανοιχτοί αγώνες ενάντια στην εργατική τάξη, αλλά και η ύπαρξη του σοσιαλισμού σε πολλές χώρες, τους έχει φέρει στο στρατόπεδο της ακραίας αντίδρασης και τους εξέθεσε στα μάτια των εργαζομένων. Σήμερα οι σοσιαλδημοκράτες έχουν αναγνωριστεί, όχι μόνο ιδεολογικά και πολιτικά, αλλά και από κοινωνική σκοπιά, στο πλευρό της μεγαλοαστικής τάξης. Τώρα η αστική τάξη έχει μεγάλες ελπίδες, ότι οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές θα γίνουν οι κύριοι προστάτες της καπιταλιστικής τάξης, οι μπροστάρηδες της αντεπανάστασης. Αλλά οι μεγάλοι άρχοντες είναι λίγο βιαστικοί στο να κρούσουν τα τύμπανα της νίκης. Για περισσότερο από έναν αιώνα τώρα, ο κομμουνισμός έχει τρομοκρατήσει τους καπιταλιστές και τους φεουδάρχες, τους ιμπεριαλιστές και τους οπορτουνιστές, αλλά και τους αποστάτες του μαρξισμού – λενινισμού. Για περισσότερα από 100 χρόνια ο μαρξισμός λενινισμός καθοδηγούσε τους προλετάριους στις μάχες για την ανατροπή του καπιταλισμού και το θρίαμβο του σοσιαλισμού. Το νικηφόρο λάβαρό του ανέμιζε για πολύ καιρό σε πολλές χώρες, και οι εργάτες, οι αγρότες, οι διαννοούμενοι του λαού, οι γυναίκες και οι νέοι γεύτηκαν τους καρπούς της ελεύθερης, δίκαιης, ισότιμης και ανθρώπινης ζωής, για την οποία οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν είχαν παλέψει. Παρόλο που ο σοσιαλισμός ανατράπηκε στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες χώρες, όπου η αντεπανάσταση επικράτησε, αυτό δεν αποδεικνύει ότι ο μαρξισμός – λενινισμός ηττήθηκε και έχασε την ισχύ του, όπως αξιώνουν οι καπιταλιστές και οι ρεβιζιονιστές. Οι μεγάλοι ηγέτες του προλεταριάτου, Μαρξ και Λένιν, επεσήμαναν ότι η επανάσταση δεν είναι μια νικητήρια προέλαση σε ευθεία πορεία. Θα έχει νίκες, αλλά και πισωγυρίσματα. Προχωράει με ζιγκ-ζαγκ, αναπτύσσεται βήμα – βήμα. Η ιστορία της εξέλιξης` της ανθρώπινης κοινωνίας δείχνει, ότι η αντικατάσταση ενός κοινωνικού συστήματος από ένα άλλο, ανώτερο σύστημα, δεν πραγματοποιείται μέσα σε μια μέρα, αλλά καλύπτει μια ολόκληρη ιστορική περίοδο. Σε πολλές περιπτώσεις και σε πολλές χώρες η αστικές επαναστάσεις, οι οποίες αντικατέστησαν το φεουδαρχικό σύστημα εκμετάλλευσης με το καπιταλιστικό σύστημα εκμετάλλευσης, δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από την αντεπανάσταση.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Γαλλία, όπου η αστική επανάσταση, παρόλο που ήταν η πιο βαθιά εδραιωμένη και η πιο ριζοσπαστική, δεν μπόρεσε να εγκαταστήσει και να στηρίξει την καπιταλιστική τάξη έγκαιρα. Μετά την αρχική νίκη του 1789, η αστική τάξη και οι εργατικές μάζες έπρεπε να ξεσηκωθούν και πάλι για να ανατρέψουν την φεουδαρχική μοναρχία των Bourgon και το φεουδαρχικό σύστημα γενικά και να αποκαταστήσουν τελειωτικά την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Η εποχή των προλεταριακών επαναστάσεων μόλις άρχισε. Ο σοσιαλισμός αντιπροσωπεύει μια ιστορική αναγκαιότητα, η οποία απορρέει από την αντικειμενική εξέλιξη της κοινωνίας. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Η αντεπανάσταση που πραγματοποιήθηκε και τα εμπόδια που εμφανίστηκαν μπορεί να παρατείνουν την ύπαρξη του παλιού εκμεταλλευτικού συστήματος για κάποιο διάστημα, δεν μπορούν όμως να σταματήσουν την εξέλιξη της ανθρώπινη κοινωνίας προς το σοσιαλιστικό της μέλλον. Ο ευρωκομμουνισμός δουλεύει για να υψώσει ένα πλήθος από αγκάθια και θάμνους μπροστά στην επανάσταση, δουλεύει για να υπερασπιστεί το καπιταλιστικό σύστημα.

Οι φλόγες, όμως, της επανάστασης έχουν σαρώσει και καταστρέψει όχι μόνο τέτοια εμπόδια, αλλά ολόκληρα οχυρά υψωμένα απ’ την μπουρζουαζία. Οι ρεβιζιονιστές και οι ευρωκομμουνιστές συγκεκριμένα, δεν είναι οι πρώτοι που επιτίθενται στον μαρξισμό – λενινισμό και απαγγέλλουν τους μεγαλύτερους αφορισμούς εναντίον του. Η καπιταλιστική αντίδραση και οι ιμπεριαλιστές έχουν κατασφάξει και βασανίσει, έχουν σκοτώσει στη φυλακή χιλιάδες και εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές και αγωνιστές της επανάστασης, που αγκάλιασαν τις ιδέες του μαρξισμού – λενινισμού και πάλεψαν για την απελευθέρωση του προλεταριάτου και των λαών. Οι φασίστες έχουν κάψει βιβλία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν στις πλατείες, και σε πολλές χώρες οι άνθρωποι ακόμα στέλνονται στο εκτελεστικό απόσπασμα όταν αποκαλύπτεται ότι έχουν διαβάσει τα βιβλία τους ή ψιθυρίζουν το όνομά τους με ελπίδα και θαυμασμό, ακόμα και κρυφά. Καμιά βιβλιοθήκη δε θα χωρούσε όλα τα βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες και άλλες δημοσιεύσεις που επιτίθενται στο μαρξισμό – λενινισμό, κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει, ούτε καν να φανταστεί την ποσότητα και έκταση της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας του ιμπεριαλισμού. Παρ’ όλα αυτά, ο μαρξισμός – λενινισμός δεν έχει εξαφανιστεί, ζει και ευδοκιμεί ως ιδεολογία και πραγματικότητα, πραγματοποιημένη στο σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα που οικοδομείται σύμφωνα με τις διδασκαλίες του.

Παράδειγμα αυτού είναι η σοσιαλιστική Αλβανία, τα μαρξιστικά – λενινιστικά κόμματα, και οι εκατομμύρια εργάτες και αγρότες που παλεύουν κάθε μέρα για την ανατροπή της αστικής τάξης, για τη δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία. Καμιά δύναμη, κανένα βασανιστήριο, καμιά ραδιουργία, κανένα ψέμα δεν μπορεί να ξεριζώσει το μαρξισμό – λενινισμό από τα μυαλά και τις καρδιές των ανθρώπων. Η θεωρία των Μαρξ και Λένιν δεν είναι ένα σχήμα που σχεδιάστηκε στις αίθουσες μελετών φιλοσόφων και πολιτικών. Είναι μια αντανάκλαση των αντικειμενικών νόμων της εξέλιξης της κοινωνίας. Ακόμα και χωρίς τη γνώση του μαρξισμού – λενινισμού, οι εργαζόμενοι παλεύουν για να ξεφύγουν απ’ την καταπίεση και εκμετάλλευση, για να ανατρέψουν αφεντικά και τυράννους, για να ζήσουν ελεύθερα και να απολαύσουν τους καρπούς του μόχθου τους. Με την εξοικείωση τους, όμως, με της διδασκαλίες των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, μπορούν να βρουν το σωστό δρόμο στον αγώνα, να βρουν την πυξίδα που μπορεί να τους καθοδηγήσει μέσα στην καπιταλιστική ζούγκλα, να δυναμώσουν το φως που τους δείχνει το αναπόφευκτο σοσιαλιστικό μέλλον.
Οι ρεβιζιονιστές θέλουν να καταστρέψουν αυτή την πυξίδα των εργατών, θέλουν να θολώσουν αυτό το φως για να χάσουν οι εργάτες την προοπτική τους. Μέχρι πρόσφατα τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Δύσης ήταν ενωμένα στην Χρουστσοφική – ιμπεριαλιστική αντικομμουνιστική καμπάνια ενάντια στον Στάλιν.

Μιλούσαν με ενθουσιασμό για την «απελευθέρωση από τον σταλινισμό», προσποιούμενοι την επιστροφή στο λενινισμό, ο οποίος, σύμφωνα με αυτούς, είχε διαστρεβλωθεί απ’ τον Στάλιν. Τώρα κηρύσσουν την εγκατάλειψη του λενινισμού «για να επιστρέψουν πίσω», στους ιδρυτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, Μαρξ και Ένγκελς.

Αυτοί οι αποστάτες προσπαθούν να παρουσιάσουν το ραγδαίο κατήφορό τους στα χνάρια της προδοσίας του μαρξισμού – λενινισμού, ως μια κοπιαστική αναρρίχηση στο βουνό για να βρουν την πηγή της κομμουνιστικής αλήθειας. Ωστόσο, όλοι οι ρεβιζιονιστές, είτε οι Χρουστσοφικοί είτε οι ευρωκομμουνιστές, πολεμούν με το ίδιο μένος και την ίδια επιδεξιότητα τόσο τον Στάλιν όσο και τον Λένιν και τον Μαρξ. Η αρχική προσήλωσή τους στα πυρά ενάντια στον Στάλιν, αφήνοντας τον Λένιν έξω από αυτά προς στιγμή, ήταν απλώς τακτική. Η ταξική τους λογική υπαγόρευσε στους ιμπεριαλιστές και ρεβιζιονιστές ότι στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ήταν προτιμότερο πρώτα να καταστρέψουν το σοσιαλισμό στη Σοβιετική Ένωση, πρώτα να επιτεθούν στον μαρξισμό – λενινισμό, εκεί όπου είχε εφαρμοστεί στην πράξη. Η αστική τάξη και η αντίδραση κατάλαβαν ότι η καπιταλιστική παλινόρθωση στη Σοβιετική Ένωση θα βοηθούσε αποφασιστικά την προσπάθειά τους να φέρουν τον εκφυλισμό και στα κομμουνιστικά κόμματα που δε βρίσκονται στην εξουσία. Το όνομα και το έργο το Στάλιν συνδέθηκε με την ίδρυση του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου στη Σοβιετική Ένωση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σ’ αυτή τη χώρα.

Δυσφημώντας τον Στάλιν και το κοινωνικό σύστημα για το οποίο πάλεψε και δούλεψε σε όλη του τη ζωή, η αντίδραση και όλα τα αντικομμουνιστικά απορρίμματα ήθελαν να καταστρέψουν όχι μόνο τη μεγαλύτερη και δυνατότερη βάση του σοσιαλισμού, αλλά και το κομμουνιστικό όνειρο εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Με την επίθεσή τους στον Στάλιν και το έργο του ήθελαν να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα πεσιμισμού στους αγωνιστές της επανάστασης, την πικρή απογοήτευση κάποιου που ασυνείδητα παρασύρθηκε από ένα ψεύτικο ιδανικό. Ωστόσο, εκτός από τις μεγάλες ελπίδες που εναπόθεσαν στην καμπάνια ενάντια στον Στάλιν, παρά τη νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες χώρες, η επανάσταση δεν υπερνικήθηκε, ο μαρξισμός – λενινισμός δεν εξαλείφθηκε, ο σοσιαλισμός δεν πέθανε. Οι Χρουστοσφικοί, οι οποίοι διέπραξαν τη μεγαλύτερη προδοσία, δε θα μπορούσαν να υποστείλουν την ένδοξη σημαία του μαρξισμού – λενινισμού, την οποία οι γνήσιοι επαναστάτες, εκατομμύρια άνθρωποι που πιστεύουν στην ανεξάντλητη δύναμή του, κρατούν πάντα ψηλά. Όταν ο Χρουστσοφισμός ξεσκεπάστηκε ως αντεπαναστατική ιδεολογία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και ως ισχυρή πολιτική για την καθυπόταξη του κόσμου, ο μαρξισμός – λενινισμός παρέμεινε η ιδεολογία που οδηγεί στο θρίαμβο της επανάστασης και της απελευθέρωση των λαών. Τώρα οι ρεβιζιονιστές το γύρισαν ενάντια στο λενινισμό. Είναι φυσικό να αναρωτηθεί κανείς γιατί ξεκίνησε αυτή η επίθεση ενάντια στο λενινισμό και γιατί οι ευρωκομμουνιστές είναι οι φορείς αυτής της επίθεσης. Όπως ο Χρουστσόφ, που με την επίθεσή του στον Στάλιν ήθελε να επιτεθεί στη θεωρία και πράξη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, οι ευρωκομμουνιστές, με την επίθεσή τους στον Λένιν, θέλουν αν επιτεθούν στη θεωρία και πράξη της προλεταριακής επανάστασης. Το έργο του Λένιν είναι πολύ ευρύ, αλλά είναι στενά συνδεδεμένο με την προετοιμασία και πραγματοποίηση της επανάστασης. Επομένως, όπως ο Χρουστσόφ, που δεν μπορούσε να καταστρέψει το σοσιαλισμό στη Σοβιετική Ένωση χωρίς να ξεφορτωθεί τον Στάλιν, οι ευρωκομμουνιστές δεν μπορούν να υπονομεύσουν και να σαμποτάρουν την επανάσταση εκτενώς, χωρίς να ξεριζώσουν τον Λένιν απ’ τα μυαλά και τις καρδιές των εργαζομένων. Στην προσπάθειά τους να αρνηθούν και να δυσφημίσουν το μαρξισμό – λενινισμό, οι αστοί είχαν πάντα την υποστήριξη των οπορτουνιστών και των αποστατών κάθε είδους απόχρωσης, ανάλογα με τη χρονική συγκυρία. Όλοι διακήρυξαν το τέλος του μαρξισμού. Τον περιέγραψαν ως ακατάλληλο για τη σύγχρονη εποχή, ενώ διαφήμισαν τις «μοντέρνες» ιδέες τους ως επιστήμες του μέλλοντος. Τι βγήκε, όμως, από τους Προυντόν, Λασάλ, Μπακούνιν, Μπερνστάιν, Κάουτσκι, Τρότσκι και τους υποστηρικτές τους; Η ιστορία δεν έχει να πει τίποτα θετικό για αυτούς. Τα κηρύγματά τους χρησίμευσαν μόνο για να συγκρατήσουν και να σαμποτάρουν την επανάσταση, να υπονομεύσουν τον αγώνα του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού.

Ηττήθηκαν στον αγώνα με το μαρξισμό – λενινισμό και κατέληξαν στο καλάθι των αχρήστων. Από καιρό σε καιρό νέοι οπορτουνιστές τους έσυραν έξω απ’ το καλάθι, προσπαθώντας να παρουσιάσουν τις χρεοκοπημένες και ανυπόληπτες θεωρίες και θέσεις των τελευταίων σαν δικές τους, για να αντιπαρατεθούν στο μαρξισμό – λενινισμό. Αυτό κάνουν σήμερα και οι ευρωκομμουνιστές Οι ευρωκομμουνιστές δεν είναι οι πρώτοι, και σε καμιά περίπτωση δεν πρωτοτυπούν, στην προσπάθειά τους να αναιρέσουν το μαρξισμό – λενινισμό, στη βάση ότι είναι «απαρχαιωμένος» και ότι οι υποτιθέμενες νέες θεωρίες ανακαλύφθηκαν από όλους μαζί, προλετάριους και αστούς, ιερείς και αστυνομικούς, για να βαδίσουν προς το σοσιαλισμό μαζί, χωρίς ταξική πάλη, χωρίς επανάσταση, χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου. Το Κόμμα Εργασίας (Αλβανίας), εδώ και καιρό ανέλυσε και ξεσκέπασε τις αντιμαρξιστικές θεωρίες και αντεπαναστατικές δραστηριότητες των Γιουγκοσλάβων και Σοβιετικών ρεβιζιονιστών. Αντέκρουσε, επίσης, τις οπορτουνιστικές και αστικές αντιλήψεις των κινέζων ρεβιζιονιστών. Δεν απέφυγε να κριτικάρει τον ιδεολογικό και οργανωτικό εκφυλισμό των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης. Σε αυτό το βιβλίο, όμως, πρέπει να ασχοληθούμε πιο σχολαστικά με την εξέταση και κριτική των αντικομμουνιστικών αρχών και θέσεων του ρεβιζιονιστικού ρεύματος, το οποίο προξενεί μεγάλη ζημιά στην υπόθεση της επανάσταση και του σοσιαλισμού, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον κόσμο. Οι καπιταλιστές νονοί ονόμασαν αυτή την τάση του διεθνούς ρεβιζιονισμού Ευρωκομμουνισμό, αν και για μας, τους μαρξιστές – λενινιστές, είναι απλώς αντικομμουνισμός. Ενβέρ Χότζα Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας.

Ι

Η ΝΕΑ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΜΟΥ

Ο οπορτουνισμός - μόνιμος σύμμαχος της αστικής τάξης
Η γέννηση του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, καθώς και του παλιού ρεβιζιονισμού, είναι κοινωνικό φαινόμενο που καθορίζεται από πολλούς και διάφορους ιστορικούς, οικονομικούς, πολιτικούς και άλλους λόγους. Βλέποντας τον στο σύνολο του, είναι προϊόν της πίεσης της αστικής τάξης επί της εργατικής τάξης και του αγώνα της. Ο οπορτουνισμός και ο ρεβιζιονισμός από την αρχή και μέχρι σήμερα συνδέονται στενά με την πάλη της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού κατά του μαρξισμού - λενινισμού, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μεγάλης καπιταλιστικής στρατηγικής για την υπονόμευση της επανάστασης και τη διαιώνιση του αστικού συστήματος. Όσο πιο πολύ προωθήθηκε η υπόθεση της επανάστασης, όσο πιο πολύ ο μαρξισμός - λενινισμός διαδόθηκε στις πλατιές λαϊκές μάζες, τόσο μεγαλύτερη προσοχή αφιέρωσε ο ιμπεριαλισμός στη χρησιμοποίηση του ρεβιζιονισμού σαν προτιμητέο όπλο του για να τον αντιτάξει στη νικηφόρα ιδεολογία του προλεταριάτου και να την υπονομεύσει.

Αυτό συνέβηκε στις αρχές του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, μετά τη δημοσίευση του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου» και των άλλων έργων του Μαρξ και του Ένγκελς και την αύξηση της επιρροής του μαρξισμού στις εργαζόμενες μάζες της Ευρώπης. Σ' αυτή ακριβώς την εποχή στην Αγγλία διαδόθηκε το ρεφορμιστικό ρεύμα των τρεϊντγιουνιονιστών, στη Γαλλία διαδόθηκαν οι μικροαστικές απόψεις του Προυντόν, στη Γερμανία οι μικροαστικές αντιλήψεις του Λασάλ, στη Ρωσία και αλλού οι αναρχικές ιδέες του Μπακούνιν κλπ. Το φαινόμενο αυτό εκδηλώθηκε και μετά τα ηρωικά γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού, όταν η μπουρζουαζία, κατατρομαγμένη από τη διάδοση του μεγάλου παραδείγματος της Κομμούνας, υποκίνησε το νέο οπορτουνιστικό ρεύμα του Μπερνστάιν, ο οποίος προσπάθησε να απογυμνώσει το μαρξισμό από το επαναστατικό περιεχόμενο του και να τον κάνει αβλαβή για την πολιτική κυριαρχία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι πολιτικό - οικονομικές συνθήκες όλο και πιο πολύ ωρίμαζαν για επανάσταση και για την κατάληψη της εξουσίας από μέρους του προλεταριάτου, η μπουρζουαζία προσέφερε όλη την υποστήριξη της στο οπορτουνιστικό ρεύμα της Δεύτερης Διεθνούς και τη χρησιμοποίησε πλατιά στους ελιγμούς της για την προετοιμασία και την έκρηξη του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

Μετά την ιστορική νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης, όταν ο σοσιαλισμός, από επαναστατική θεωρία και κίνημα μετατράπηκε σε οικονομικό - κοινωνικό σύστημα που θριάμβευσε στο ένα έκτο του κόσμου, ο καπιταλισμός υποχρεώθηκε να αλλάξει τη στρατηγική και την τακτική του. Ενέτεινε ακόμα πιο πολύ τη βία και την τρομοκρατία μέσα στη χώρα, άρχισε να χρησιμοποιεί τα πιο σκληρά μέσα για να ενισχύσει την εξουσία του, φέροντας στη δύναμη και το φασισμό. Κατά πρώτο λόγο αύξησε ακόμα πιο πολύ τη δημαγωγία και την προπαγάνδα για να δυσφημίσει και να διαστρεβλώσει το μαρξισμό - λενινισμό, επινοώντας νέες ψευδομαρξιστικές «θεωρίες», συκοφαντώντας τη Σοβιετική Ένωση και προετοιμάζοντας τον πόλεμο εναντίον της.

Ο ιμπεριαλισμός, έγραφε τότε ο Λένιν,
«... το ένιωσε ότι ο μπολσεβικισμός έγινε παγκόσμια δύναμη, και γι' αυτό ακριβώς το λόγο προσπαθεί να μας πνίξει με τη μεγαλύτερη ταχύτητα, επιδιώκοντας να ξοφλήσει πρώτα τους λογαριασμούς με τους Ρούσους μπολσεβίκους, και έπειτα με τους δικούς του» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τομ. 28ος, αλβ. έκδ., σελ. 239. 672)
Το 1918, οι Άγγλοι, Αμερικάνοι, Γάλλοι και Ιάπωνες ιμπεριαλιστές άρχισαν την ένοπλη επέμβαση κατά της Ρωσίας. Ο πόλεμος ενάντια στο πρώτο κράτος των εργατών και αγροτών κατέταξε σε ένα και μόνο στρατόπεδο όλες τις αντιδραστικές δυνάμεις. Στην επίθεση ενάντια στην Οκτωβριανή Επανάσταση και την προλεταριακή εξουσία πέρασαν και οι οπορτουνιστές και οι αποστάτες του μαρξισμού. Ο Κάουτσκυ στη Γερμανία, ο Όττο Μπάουερ και ο Καρλ Ρέννερ στην Αυστρία, ο Λεόν Μπλουμ και ο Πωλ Μπονκούρ στη Γαλλία ξεσηκώθηκαν λυσσαλέα ενάντια στην Οκτωβριανή Επανάσταση, ενάντια στη λενινιστική στρατηγική και τακτική της επανάστασης. Θεώρησαν παράνομη την Οκτωβριανή Επανάσταση, παρέκκλιση από το δρόμο της ιστορικής εξέλιξης, παρεκτροπή από την μαρξιστική θεωρία. Κήρυσσαν την ειρηνική επανάσταση, χωρίς βία και χωρίς αίμα, την κατάληψη της εξουσίας μέσω της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο- ήταν κατά της μετατροπής του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη. Εκθείαζαν την αστική δημοκρατία και επιτίθονταν κατά της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Όταν απέτυχε η ένοπλη επέμβαση κατά της Σοβιετικής Ρωσίας και όταν η σοσιαλδημοκρατία δεν μπόρεσε να σταματήσει την ίδρυση νέων κομμουνιστικών κομμάτων και την μεγάλη επαναστατική ορμή των εργαζόμενων μαζών της Ευρώπης, η αστική τάξη στήριξε όλες τις ελπίδες να σπάσει το μέτωπο του κομμουνισμού
«... απ ' τα μέσα, αναζητώντας τους ήρωες της ανάμεσα στους ηγέτες του ΚΚΡ (μπ)» (Ι. Β. Στάλιν. Άπαντα, τομ. 6ος, αλβ. έκδ., σελ. 278.)

Οι τροτσκιστές έβγαλαν και πάλι στο προσκήνιο τη «θεωρία της διαρκούς επανάστασης», σύμφωνα με την οποία ήταν αδύνατο να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ένωση χωρίς το θρίαμβο της επανάστασης στις άλλες χώρες. Συγχωνεύτηκαν σ' ένα ενιαίο μέτωπο με την αστική τάξη στην πάλη της κατά του σοσιαλισμού. Ο Στάλιν δικαιολογημένα τόνιζε ότι είχε δημιουργηθεί ένα ενιαίο εχθρικό μέτωπο από τον Τσάμπερλαιν και μέχρι τον Τρότσκυ. Ενάντια στο σοσιαλισμό όρμησαν και οι δεξιοί, οι μπουχαρινικοί, οι οποίοι ήταν υπέρ της κατάσβεσης της ταξικής πάλης, κήρυσσαν τη δυνατότητα ολοκλήρωσης του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό.

Η στρατηγική του ιμπεριαλισμού προσέλαβε εντονότερο αντεπαναστατικό και αντικομμουνιστικό χαρακτήρα ιδιαίτερα μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σαν αποτέλεσμα της αλλαγής του συσχετισμού των δυνάμεων σε όφελος του σοσιαλισμού και της επανάστασης, πράγμα που κλόνισε συθέμελα όλο το καπιταλιστικό σύστημα. Οι αλλαγές αυτές έθεσαν στην ημερήσια διάταξη την υπόθεση της επανάστασης και της νίκης του σοσιαλισμού όχι πια σε μια και σε δύο χώρες, αλλά σε ολόκληρες περιοχές και ηπείρους. Ο ιμπεριαλισμός, με επικεφαλής τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, τη μεγαλύτερη ελπίδα του τη στήριξε αυτή τη φορά στη στρατιωτικοποίηση όλης της ζωής του, στους στρατιωτικούς συνασπισμούς και τα σύμφωνα, για μια βίαιη επέμβαση και ανοιχτό πόλεμο ενάντια στο σοσιαλισμό, ενάντια στα επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα των λαών. Αλλά πολύ μεγάλες ελπίδες εναπόθεσε και στην αναζωογόνηση και τη δραστηριοποίηση όλων των οπορτουνιστικών δυνάμεων για να υπονομεύσουν και να εκφυλίσουν από τα μέσα τις σοσιαλιστικές χώρες και τα κομμουνιστικά κόμματα.

Η νίκη επί του φασισμού και η αντεπίθεση του ιμπεριαλισμού
Οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και όλος ο παγκόσμιος καπιταλισμός υποκίνησαν και ξέσπασαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με σκοπό να τον στρέψουν ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό. Ο πόλεμος όμως αυτός όχι μόνο δεν ανέτρεψε το πρώτο σοσιαλιστικό κράτος, αλλά κατάφερε στον ιμπεριαλισμό πλήγματα και απώλειες που έβαλαν σε ερωτηματικό όλο το σύστημα του.

Στα πεδία των μαχών συντρίφτηκαν όχι μόνο οι στρατιές του φασισμού, αλλά κατανικήθηκαν και η αντικομμουνιστική ιδεολογία του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού, και η αντεπαναστατική πολιτική του διεθνούς οπορτουνισμού. Οι φασιστικές δυνάμεις: Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία, που αποτελούσαν τις κυριότερες δυνάμεις κρούσης της επίθεσης του διεθνούς καπιταλισμού ενάντια στο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό, συντρίφτηκαν. Οι αυτοκρατορίες Αγγλία και Γαλλία, που μέχρι τότε ακολουθούσαν την παγκόσμια «μεγάλη πολιτική», έπεσαν από δύναμη και βάρος και μπήκαν στην ουρά της πολιτικής των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Το αντικομμουνιστικό μέτωπο έσπασε πέρα για πέρα και η «υγειονομική ζώνη» που στήθηκε κατά της Σοβιετικής Ένωσης έγινε συντρίμμια.

Η Σοβιετική Ένωση, που είχε το κυριότερο βάρος του πολέμου και που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη νίκη επί του φασισμού και στην απελευθέρωση των υποδουλωμένων λαών, βγήκε δυνατή από τον πόλεμο και με αναμφισβήτητο διεθνές κύρος. Στη μεγάλη σύγκρουση με τον ιμπεριαλισμό το σοσιαλιστικό σύστημα έδωσε την ιστορική δοκιμασία για την υπεροχή του, τη σταθερότητα και το ακαταμάχητο. Μια σειρά άλλες χώρες, σαν αποτέλεσμα των συνθηκών που δημιουργήθηκαν και του αντιφασιστικού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα τους κάτω από την καθοδήγηση των κομμουνιστικών κομμάτων, αποσπάστηκαν από το καπιταλιστικό σύστημα και μπήκαν στο δρόμο του σοσιαλισμού. Δημιουργήθηκε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο, που ήταν το μεγαλύτερο γεγονός μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση.

Πρωτοφανή άνοδο σημείωσαν τα κομμουνιστικά κόμματα σε όλες τις χώρες. Μπροστάρηδες στον αγώνα κατά του φασισμού, τα κόμματα αυτά απέδειξαν με το αίμα των μελών τους και με τις στάσεις τους ότι ήταν οι πιο συνεπείς πολιτικές δυνάμεις και οι πιο έμπιστες προς τα συμφέροντα του λαού και του έθνους, οι πιο αποφασισμένοι αγωνιστές για τη λευτεριά, τη δημοκρατία και την πρόοδο. Ο μαρξισμός - λενινισμός διαδόθηκε σε όλο τον κόσμο, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα επέκτεινε την επιρροή και το κύρος του σε όλες τις ηπείρους.

Οι μεγάλες ιδέες της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας και της εθνικής απελευθέρωσης, που εμπότισαν τον αντιφασιστικό αγώνα, διαδόθηκαν όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στην Ασία και την Αφρική, και στη λατινο - αμερικανική ήπειρο. Η νίκη επί του φασισμού και η δημιουργία του σοσιαλιστικού στρατοπέδου αφύπνισαν τους λαούς των αποικιακών χωρών. Το αποικιοκρατικό σύστημα του ιμπεριαλισμού μπήκε στη μεγαλύτερη κρίση του. Το ισχυρό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στις αποικίες, που καταλάμβαναν το ήμισυ περίπου της ανθρωπότητας, ξέσπασε σαν ηφαίστειο. Τα μετόπισθεν του καπιταλιστικού συστήματος, τα αποικιοκρατικά και ημιαποικιοκρατικά καθεστώτα άρχισαν να γκρεμίζονται. Το ιμπεριαλιστικό σύστημα εξασθενημένο από όλες αυτές τις ήττες άρχισε να κλονίζεται από τα θεμέλια.

Όλες αυτές οι αλλαγές ήταν μεγάλη νίκη όχι μόνο της Σοβιετικής Ένωσης, όχι μόνο των χωρών της λαϊκής δημοκρατίας, όχι μόνο των λαών του κόσμου, αλλά και της αθάνατης θεωρίας των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, η ζωτικότητα και η ορθότητα της οποίας αποδείχτηκαν για άλλη μια φορά με νέα δύναμη στον μεγαλύτερο αγώνα που είδε μέχρι σήμερα η ανθρωπότητα, στη διάρκεια του οποίου συγκρούστηκαν δύο κόσμοι, ο σοσιαλιστικός κόσμος και ο καπιταλιστικός. Όλοι οι μετασχηματισμοί που σημειώθηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο απέδειξαν στην πράξη τις θέσεις του Μαρξ και του Λένιν ότι ο καπιταλιστικός κόσμος βρισκόταν σε αποσύνθεση και πήγαινε προς την κατάρρευση, ενώ η επανάσταση και ο σοσιαλισμός ήταν σε άνοδο.

Ήταν αυτές οι μεγάλες νίκες του σοσιαλισμού, των λαών και της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας που ανάγκασαν τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό να καταρτίσει την καινούρια αμυντική και επιθετική στρατηγική του για να αντιμετωπίσει το ανερχόμενο κύμα της επανάστασης και του αγώνα των λαών, για να ενισχύσει τις κλονισμένες βάσεις του καπιταλιστικού συστήματος.
Η κοινή γραμμή που επεξεργάστηκαν μεταπολεμικά οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις χαρακτηριζόταν από δύο βασικές κατευθύνσεις:

Πρώτο, κινητοποίησαν όλες τις δυνάμεις, όλα τα μέσα που διέθεταν για να ανορθώσουν το οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό δυναμικό τους που έπαθε ζημιές από τον πόλεμο, για να ενισχύσουν το καπιταλιστικό σύστημα, που κλονιζόταν από τη μεγάλη ορμή των επαναστατικών και απελευθερωτικών αγώνων των λαών. Βάλθηκαν να εδραιώσουν τις υπάρχουσες αντικομμουνιστικές συμμαχίες και να συνάψουν καινούριες, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες να διαφυλάξουν την αποικιοκρατία μέσω της νεοαποικιοκρατίας.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός βρέθηκε σε δεσπόζουσες θέσεις από άποψη οικονομικής και μέχρι ενός βαθμού και στρατιωτικής ισχύος έναντι της Ευρώπης και της Ασίας που καταστράφηκαν από τον πόλεμο. Η στρατιωτικοποιημένη αμερικάνικη οικονομία ήταν αρκετά ισχυρή. Οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής επεδίωκαν να εγκαθιδρύσουν την πολιτικό - οικονομικό - στρατιωτική ηγεμονία τους σε όλο τον κόσμο, με σκοπό, πάνω απ' όλα, να περικυκλώσουν και αποδυναμώσουν τη Σοβιετική Ένωση, η οποία βγήκε νικήτρια από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και σίγουρα θα ανορθωνόταν γρήγορα από οικονομική άποψη και θα βοηθούσε στην εδραίωση και την πρόοδο των νέων κρατών της λαϊκής δημοκρατίας, που ιδρύθηκαν στην Ευρώπη και την Ασία. Γι' αυτό το σκοπό καταρτίστηκαν οι ιμπεριαλιστικές τακτικές του πολιτικό - ιδεολογικού πολέμου, του οικονομικού πολέμου, καθώς και οι στρατιωτικές τακτικές. Οι τελευταίες ήταν η παραπέρα συνέχεια των αμερικάνικων σχεδίων που καταρτίστηκαν κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εκείνων των σχεδίων που έκαναν τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής μεγάλη δύναμη στην κατασκευή σύγχρονων όπλων, καθώς και στην εφεύρεση και την παραγωγή της ατομικής βόμβας, την οποία για πρώτη φορά την έριξαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.

Οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής έγιναν ο ηγέτης του καπιταλιστικού κόσμου και ανέλαβαν το ρόλο του «σωτήρα» του. Οι αξιώσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού για παγκόσμια κυριαρχία τέθηκαν έτσι στην ημερήσια διάταξη. «Η νίκη στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο —δήλωνε ο Χάρρυ Τρούμαν, που αντικατάστησε στο αξίωμα του προέδρου τον Φράνκλιν Ρούσβελτ— έθεσε τον αμερικάνικο λαό μπροστά στη μόνιμη και άμεση ανάγκη του παγκόσμιου ηγέτη». Ουσιαστικά αυτό ήταν έκκληση για καταπολέμηση της επανάστασης και του σοσιαλισμού, για να αποκτήσουν νέες θέσεις οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας σ' όλο τον κόσμο, για να ανορθώσουν τους εταίρους τους και να διασώσουν το αποικιοκρατικό σύστημα. Για την πραγματοποίηση αυτής της στρατηγικής χρησιμοποιήθηκε η UNRRΑ, καταρτίστηκε το «Σχέδιο Μάρσαλ», ιδρύθηκε το ΝΑΤΟ και δημιουργήθηκαν οι άλλοι επιθετικοί συνασπισμοί του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Δεύτερο, το βασικό ζήτημα για το κεφάλαιο έγκειτο στην οργάνωση μιας μετωπικής υπονομευτικής δράσης ενάντια στην μαρξιστική -λενινιστική ιδεολογία για να αποσπάσει από την επιρροή της το πιο επαναστατικό τμήμα των εργαζομένων, να εκφυλίσει το σοσιαλισμό.
Παράλληλα με το ξέφρενο κυνηγητό των εξοπλισμών, την στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, τους οικονομικούς αποκλεισμούς ενάντια στις σοσιαλιστικές χώρες, ο ιμπεριαλισμός επιστράτευσε και πολλά μέσα προπαγάνδας, φιλόσοφους, οικονομολόγους, κοινωνιολόγους, συγγραφείς και ιστοριογράφους για τη λυσσαλέα εκστρατεία κατά της επανάστασης και του σοσιαλισμού και να παριστάνουν τον καπιταλισμό και το καπιταλιστικό κράτος ως μεταμορφωμένο, ως «λαϊκό καπιταλισμό», ως «κράτος της γενικής ευημερίας» κλπ. Η μπουρζουαζία εκμεταλλεύτηκε και την ευνοϊκή μεταπολεμική οικονομική συγκυρία για θόρυβο περί «ακμής του καπιταλισμού», για διάδοση ψευδαισθήσεων στις μάζες σχετικά με την εξάλειψη δήθεν της κρίσης, της αναρχίας, της ανεργίας και των άλλων πληγών του καπιταλισμού, σχετικά με τη δήθεν ανωτερότητα του καπιταλισμού απέναντι στο σοσιαλισμό, τον οποίο παρουσίαζαν σαν «απολυταρχικό» σύστημα πίσω από το «σιδηρούν παραπέτασμα» κ.λπ.

Για να εμποδίσει τον απελευθερωτικό αγώνα των λαών, για να καταπνίξει την προλεταριακή επανάσταση, για να συντρίψει το σοσιαλισμό και για να διαφυλάξει και να παγιώσει τις θέσεις της, η αστική τάξη σε στιγμές αγωνίας και γενικής κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος της, υποδαυλίζει, ενθαρρύνει και βάζει σε κίνηση, πέρα από τα άλλα μέσα, και τα διάφορα οπορτουνιστικά και ρεβιζιονιστικά ρεύματα. Αυτοί οι εχθροί του προλεταριάτου και της επανάστασης προσπαθούν με όλες τους τις δυνάμεις να χτυπήσουν, κατά πρώτο λόγο, το μαρξισμό - λενινισμό, την ιδεολογία με την οποία η εργατική τάξη συνειδητοποιεί την κοινωνική κατάσταση και την ιστορική της αποστολή, με σκοπό να παραποιήσουν αυτή την ιδεολογία, να την κάνουν αβλαβή για την αστική τάξη και άχρηστη για το προλεταριάτο. Αυτό τον απαίσιο και προδοτικό ρόλο ανέλαβαν και τα νέα ρεύματα του ρεβιζιονισμού, που εμφανίστηκαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και που για συντομία ονομάστηκαν «σύγχρονος ρεβιζιονισμός».

Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, που αποτελεί συνέχεια των αντιμαρξιστικών θεωριών των κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς, της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, προσαρμόστηκε ανάλογα στους καιρούς που ακολούθησαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πηγή του βρίσκεται στην ηγεμονιστική πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Οι παραλλαγές και τα ρεύματα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού έχουν τις ίδιες βάσεις και την ίδια στρατηγική, διαφέρουν μόνο στην κατά καιρούς τακτική που εφαρμόζουν και στις μορφές πάλης που χρησιμοποιούν.

Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός στην εξουσία -νέο όπλο της αστικής τάξης ενάντια στην επανάσταση και το σοσιαλισμό
Το πρώτο ρεύμα που προηγήθηκε του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στην εξουσία ήταν ο μπραουντερισμός. Το ρεύμα αυτό γεννήθηκε στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής και πήρε το όνομα από τον πρώην γενικό γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΕΠΑ, Eρλ Μπράουντερ.

Το 1944, όταν στον ορίζοντα φαινόταν ξεκάθαρα η νίκη των λαών ενάντια στο φασισμό, ο Μπράουντερ βγήκε δημόσια με ένα πρόγραμμα ολωσδιόλου ρεφορμιστικό. Ήταν ο πρώτος κήρυκας εκείνης της συνθηκολόγας ιδεολογικής και πολιτικής γραμμής που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός θα προσπαθούσε να την επιβάλει στα κομμουνιστικά κόμματα και στα επαναστατικά κινήματα. Με το πρόσχημα της δήθεν αλλαγής των ιστορικών συνθηκών ανάπτυξης του καπιταλισμού και της διεθνούς κατάστασης, ο Μπράουντερ διακήρυξε «ξεπερασμένο» το μαρξισμό - λενινισμό και τον χαρακτήρισε σαν ένα σύστημα δογμάτων και αποστεωμένων σχημάτων. Ο Μπράουντερ κήρυσσε την παραίτηση από την πάλη των τάξεων, κήρυσσε την ταξική συμφιλίωση σε εθνική και διεθνή κλίμακα. Ισχυριζόταν ότι ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν ήταν πια αντιδραστικός, ότι μπορούσε να θεραπεύσει τις πληγές της αστικής κοινωνίας, μπορούσε να αναπτυχθεί σε δημοκρατικό δρόμο για το καλό των εργαζομένων. Δεν έβλεπε πια το σοσιαλισμό ούτε σαν ιδανικό, ούτε και σαν στόχο που έπρεπε να επιτευχθεί. Από το οπτικό του πεδίο είχε εξαφανιστεί εντελώς ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, η στρατηγική και πολιτική του. Τα μεγάλα μονοπώλια, οι στυλοβάτες αυτού του ιμπεριαλισμού, αποτελούσαν για τον Μπράουντερ προοδευτική δύναμη της οικονομικής, κοινωνικής και δημοκρατικής ανάπτυξης της χώρας. Ο Μπράουντερ απαρνιόταν τον ταξικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους και την αμερικάνικη κοινωνία τη θεωρούσε ως ενιαία και αρμονική κοινωνία, χωρίς κοινωνικούς ανταγωνισμούς, σαν μια κοινωνία όπου επικρατεί η κατανόηση και η ταξική συνεργασία. Πάνω στη βάση αυτών των απόψεων, ο Μπράουντερ αρνιόταν και την ανάγκη της ύπαρξης του ίδιου του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Έγινε ο πρωτεργάτης της διάλυσης, το 1944, του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

«Οι κομμουνιστές - έγραφε - προβλέπουν ότι οι πρακτικοί πολιτικοί σκοποί τους, για μεγάλο χρονικό διάστημα και για όλα τα βασικά ζητήματα θα είναι οι ίδιοι με τους σκοπούς μιας πολύ μεγάλης μάζας μη κομμουνιστών, και ότι, κατά συνέπεια, οι πολιτικές ενέργειες μας θα συγχωνευτούν σε τέτοια μεγαλύτερα κινήματα. Γι' αυτό, η ύπαρξη ενός ιδιαίτερου πολιτικού κόμματος των κομμουνιστών δεν εξυπηρετεί πια έναν πρακτικό σκοπό, αλλά απεναντίας, μπορεί να είναι εμπόδιο για την ευρύτερη ενότητα. Έτσι οι κομμουνιστές θα διαλύσουν το ιδιαίτερο πολιτικό τους κόμμα και θα βρουν μια νέα και διαφορετική οργανωτική μορφή και μια νέα ονομασία που να ανταποκρίνεται καταλλήλως στα τρέχοντα καθήκοντα και στην πολιτική διάρθρωση, διαμέσου της οποίας πρέπει να εκτελούνται αυτά τα καθήκοντα» (E.Browder. Teheran, Our Path In War and Peace, New York, 1944.p.117)
Σαν αφετηρία και δικαιολόγηση για τη διατύπωση των αστικών του λικβινταριστικών θεωριών, ο Μπράουντερ πήρε τη Διάσκεψη των συμμαχικών δυνάμεων που συνήλθε στην Τεχεράνη το 1943, στα αποτελέσματα της οποίας έκανε αντιμαρξιστική και εντελώς εσφαλμένη ανάλυση και ερμηνεία.

Τη συμφωνία των αντιφασιστών συμμάχων να τον πάνε μέχρι τέλους τον πόλεμο κατά της φασιστικής Γερμανίας, ο Μπράουντερ την παρουσίασε σαν απαρχή μιας καινούριας ιστορικής εποχής, όπου ο σοσιαλισμός και ο καπιταλισμός είχαν βρει το δρόμο της συνεργασίας μέσα «σε έναν και τον αυτό κόσμο», καθώς εκφραζόταν ο ίδιος. Ο Μπράουντερ έβαλε σαν καθήκον ώστε το πνεύμα της Τεχεράνης για συνεργασία και ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων να εφαρμόζεται όχι μόνο μεταξύ του σοσιαλιστικού σοβιετικού κράτους και των καπιταλιστικών κρατών, αλλά και στις σχέσεις ανάμεσα στις ανταγωνιστικές τάξεις μιας καπιταλιστικής χώρας. «Οι ταξικές διαφορές και οι πολιτικές παρατάξεις δεν έχουν πια καμία σημασία», δήλωνε ο Μπράουντερ. Σαν μοναδικό στόχο που έπρεπε να έχουν οι κομμουνιστές, ο Μπράουντερ θεωρούσε την χωρίς επεισόδια, σε ατμόσφαιρα ταξικής ειρήνης, πραγματοποίηση «της εθνικής ενότητας», την οποία αντιλαμβανόταν σαν ένα συνασπισμό που ενώνει τις ομάδες του χρηματιστικού κεφαλαίου, τις οργανώσεις των μονοπωλητών, τα ρεπουμπλικανικά και δημοκρατικά κόμματα, ακόμα και τους κομμουνιστές και τα συνδικαλιστικά κινήματα, που όλες ανεξαίρετα, τις θεωρούσε «δημοκρατικές και πατριωτικές» δυνάμεις.

Χάρη αυτής της ενότητας, ο Μπράουντερ δήλωνε ότι οι κομμουνιστές πρέπει να είναι πρόθυμοι να θυσιάζουν και τις πεποιθήσεις τους, την ιδεολογία και τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους και ότι οι ίδιοι οι αμερικάνοι κομμουνιστές εφάρμοσαν πρώτοι αυτό τον κανόνα. «Τους πολιτικούς σκοπούς μας, που είναι οι ίδιοι με τους σκοπούς της πλειοψηφίας των Αμερικάνων - λέει ο Μπράουντερ - εμείς θα προσπαθήσουμε να τους παρουσιάσουμε μέσα από την υπάρχουσα διάρθρωση των κομμάτων της χώρας μας που κυρίως είναι το ιδιότυπο αμερικάνικο "δικομματικό σύστημα"» (E.Browder. Teheran, Our Path In War and Peace, New York, 1944.p.118)
Ζαλισμένος από την σχετικά ειρηνική εξέλιξη του αμερικάνικου καπιταλισμού, ύστερα από τις γνωστές μεταρρυθμίσεις που έκαμε ο αμερικανός πρόεδρος Ρούσβελτ για να βγει από την οικονομική κρίση στις αρχές της δεκαετίας του '30, καθώς και από την ορμητική αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης των ανθρώπων στη διάρκεια του πολέμου, ο Μπράουντερ έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο αμερικάνικος καπιταλισμός είχε δήθεν ανανεωθεί, ότι θα αναπτυσσόταν τώρα χωρίς κρίσεις, θα εξασφάλιζε την άνοδο της γενικής ευημερίας κ.λπ.

Το αμερικάνικο οικονομικό σύστημα το θεώρησε σαν σύστημα που είναι σε θέση να λύσει όλες τις αντιθέσεις και τα προβλήματα της κοινωνίας και να καλύψει όλα τα αιτήματα των μαζών. Ταυτίζει τον κομμουνισμό με τον αμερικανισμό και δηλώνει ότι «ο κομμουνισμός είναι ο αμερικανισμός του 20ού αιώνα». Κατά τον Μπράουντερ, όλες οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, εκμεταλλευόμενες την αστική δημοκρατία, υπόδειγμα της οποίας έπρεπε να είναι η αμερικάνικη δημοκρατία, μπορούν να λύσουν κάθε διαφορά και να περάσουν σταδιακά στο σοσιαλισμό.

Γι αυτό, σαν καθήκον των αμερικανών κομμουνιστών, ο Μπράουντερ θεωρούσε την διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του καπιταλιστικού καθεστώτος και δήλωνε ανοιχτά ότι ήταν πρόθυμοι να συνεργαστούν για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία του καπιταλιστικού καθεστώτος στη μεταπολεμική περίοδο, να «εξασφαλιστεί η δυνατότερη διευκόλυνση στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων που επιβαρύνουν το λαό». Τις διευκολύνσεις αυτές, κατά τον Μπράουντερ, θα τις έκαναν οι «λογικοί» αμερικάνοι ιμπεριαλιστές, στους οποίους οι κομμουνιστές πρέπει να τείνουν χέρι φιλίας.
Σε συνταύτιση με τις ακροδεξιές αντιλήψεις του και κάτω από την πίεση της αστικής τάξης, ο Μπράουντερ, το Μάη του 1944 μετά τη διάλυση του κομμουνιστικού κόμματος, αντί για κόμμα, ανακήρυξε την ίδρυση ενός διαφωτιστικού μορφωτικού συνδέσμου, αποκαλούμενου «κομμουνιστικός πολιτικός σύνδεσμος», δικαιολογώντας την ίδρυση του με το επιχείρημα ότι δήθεν η αμερικάνικη παράδοση απαιτούσε την ύπαρξη μόνο δύο κομμάτων. Ο σύνδεσμος αυτός που οργανώθηκε σαν δίχτυο σωματείων θα ασχολούταν κυρίως «με διαπαιδαγωγητική πολιτική δράση σε εθνική, τοπική κλίμακα και σε κλίμακα περιοχής».

Στο καταστατικό αυτού του συνδέσμου αναφερόταν: «Ο κομμουνιστικός πολιτικός σύνδεσμος είναι μη κομματική οργάνωση των Αμερικανών, η οποία, στηριζόμενη στην εργατική τάξη, προωθεί τις παραδόσεις των Ουάσιγκτον, Τζέφερσον, Πέιν, Τζάκσον και Λίνκολν, στις αλλαγμένες συνθήκες της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας», ότι αυτός ο σύνδεσμος «... υποστηρίζει τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, το σύνταγμα των Ενωμένων Πολιτειών και τον χάρτη των δικαιωμάτων, καθώς και τις επιτεύξεις της αμερικάνικης δημοκρατίας ενάντια σ' όλους τους εχθρούς των ελευθεριών του λαού» (The Path to Peace, Progress and Property, New York, 1944, pp.47,48)
Ο Μπράουντερ απάλειψε όλους τους στόχους του κομμουνιστικού κινήματος. Στο πρόγραμμα του συνδέσμου δεν γινόταν πια λόγος ούτε για μαρξισμό - λενινισμό, ούτε για ηγεμονία του προλεταριάτου, ούτε για ταξική πάλη, ούτε για επανάσταση, ούτε για σοσιαλισμό. Μοναδικοί στόχοι του έγιναν η εθνική ενότητα, η κοινωνική ειρήνη, η υπεράσπιση του αστικού συντάγματος και η αύξηση της καπιταλιστικής παραγωγής.
Έτσι, ο Μπράουντερ, από την κατάφωρη αναθεώρηση των βασικών ζητημάτων του μαρξισμού - λενινισμού, της επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής, πέρασε στην οργανωτική εξάλειψη του κομμουνιστικού κινήματος στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Παρ' όλο που τον Ιούνη του 1945, στο 13ο Συνέδριο το κόμμα ανασυγκροτήθηκε και τυπικά απορρίφθηκε η οπορτουνιστική γραμμή του Μπράουντερ, ωστόσο η επίδραση του στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΕΠΑ δεν εξαλείφθηκε ποτέ. Ενώ αργότερα, ιδιαίτερα μετά το 1956, οι ιδέες του Μπράουντερ άνθισαν και πάλι και ο Τζων Χαίυζ στο άρθρο του « Ήρθε ο καιρός για αλλαγές» (Political Affairs, October 1956) ζήτησε, στο πνεύμα του μπραουντερισμού, τη μετατροπή για άλλη μια φορά του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΕΠΑ σε μορφωτικό, προπαγανδιστικό σύνδεσμο. Και στην πραγματικότητα το σημερινό Κομμουνιστικό Κόμμα των ΕΠΑ τέτοιο είναι, μια οργάνωση όπου κυριαρχεί ο μπραουντερικός ρεβιζιονισμός, συμπλεγμένος με τον χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό.

Με τις ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις του σχετικά με την επανάσταση και το σοσιαλισμό, ο Μπράουντερ προσέφερε άμεση βοήθεια στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Σύμφωνα με τον Μπράουντερ ο σοσιαλισμός γεννιέται μόνο από κάποια μεγάλη συμφορά, από κάποια καταστροφή και όχι σαν αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης. «Εμείς δεν επιθυμούμε καμιά καταστροφή για την Αμερική, έστω και αν ένα τέτοιο πράγμα σε οδηγεί στο σοσιαλισμό», έλεγε ο Μπράουντερ. Παριστάνοντας την προοπτική της νίκης του σοσιαλισμού ως πολύ μακρινή, κήρυσσε την ταξική συνεργασία στην αμερικάνικη κοινωνία και σε όλο τον κόσμο. Η μόνη εκλογή, σύμφωνα με τον Μπράουντερ, ήταν αυτή της εξελικτικής ανάπτυξης, μέσα από μεταρρυθμίσεις και με τη βοήθεια των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Κατά τον Μπράουντερ, οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που διέθεταν τεράστια οικονομική δύναμη, μεγάλο επιστημονικό και τεχνικό δυναμικό, έπρεπε να βοηθήσουν τους λαούς του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης εδώ και της Σοβιετικής Ένωσης, για την «ανάπτυξη» τους. Η «βοήθεια» αυτή, έλεγε ο Μπράουντερ, θα εξυπηρετούσε την Αμερική να διατηρήσει, και μεταπολεμικά, τους υψηλούς ρυθμούς παραγωγής, να εξασφαλίσει την εργασία για όλους, να διαφυλάξει την εθνική ενότητα για πολλά χρόνια. Γι αυτό το σκοπό, ο Μπράουντερ συμβούλευε τους μεγιστάνες της Ουάσιγκτον να δημιουργήσουν «μια σειρά γιγαντιαίων βιομηχανικών εταιρειών για την ανάπτυξη διαφόρων υποανάπτυκτων και καταστραμμένων περιοχών του κόσμου, στην Ευρώπη, την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική». (The Path to Peace, Progress and Property, New York, 1944, p.21)

«Εάν μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε ακλόνητοι την πραγματικότητα και να αναβιώσουμε με τη σύγχρονη σημασία της λέξης τη μεγάλη παράδοση του Τζέφερσον, του Πέιν κα του Λίνκολν, τότε η Αμερική θα μπορέσει να βγει ενωμένη μπροστά στον κόσμο, αναλαμβάνοντας έναν ηγετικό ρόλο... για να σώσει την ανθρωπότητα...» (E.Browder. Teheran, Our Path In War and Peace, New York, 1944.p.128)

Μ' αυτόν τον τρόπο ο Μπράουντερ έγινε εκπρόσωπος και προπαγανδιστής της μεγάλης στρατηγικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, των νεοαποικιοκρατικών, επεκτατικών θεωριών και σχεδίων του.

Ο μπραουντερισμός εξυπηρετούσε άμεσα το «Σχέδιο Μάρσαλ», με το οποίο οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής επεδίωκαν να εγκαθιδρύσουν την οικονομική ηγεμονία τους σε διάφορες χώρες της καταστραμμένης από τον πόλεμο Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής κ.λπ. Ο Μπράουντερ κήρυσσε ότι οι χώρες του κόσμου, και ιδιαίτερα οι χώρες της λαϊκής δημοκρατίας και η Σοβιετική Ένωση, έπρεπε να αμβλύνουν τη μαρξιστική - λενινιστική πολιτική τους και να αποδεχτούν την «αλτρουιστική βοήθεια» των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, οι οποίες, κατά τη γνώμη του, έχουν μεγάλη οικονομία και διαθέτουν μεγάλα περισσεύματα, που μπορεί και πρέπει να χρησιμεύσουν σε όλους τους λαούς (!).

Τις αντιμαρξιστικές και αντεπαναστατικές απόψεις του ο Μπράουντερ προσπάθησε να τις παρουσιάσει σαν γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Όπως όλοι οι προηγούμενοι ρεβιζιονιστές, έτσι και ο Μπράουντερ, με το πρόσχημα της δημιουργικής ανάπτυξης του μαρξισμού και της καταπολέμησης του δογματισμού, προσπάθησε να αποδείξει ότι η νέα εποχή μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο απαιτούσε από το κομμουνιστικό κίνημα να αναθεωρήσει τις προηγούμενες ιδεολογικές πεποιθήσεις και να παραιτηθεί από τις «ξεπερασμένες φόρμουλες και προλήψεις», που, κατά τη γνώμη του, «δεν πρόκειται να μας βοηθήσουν καθόλου για να βρούμε το δρόμο μας στον καινούργιο κόσμο». Αυτή ήταν έκκληση για παραίτηση από τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού.

Οι απόψεις του Μπράουντερ προσέκρουσαν στην εναντίωση των κομμουνιστικών κομμάτων πολλών χωρών, καθώς και των ίδιων των επαναστατών αμερικάνων κομμουνιστών. Ο μπραουντερισμός ξεσκεπάστηκε σχετικά γρήγορα σαν ρεβιζιονισμός χωρίς προσωπείο, σαν απροκάλυπτο λικβινταριστικο ρεύμα, σαν άμεσο ιδεολογικό κέντρο πρακτόρων του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.

Ο μπραουντερισμός έφερε μεγάλη ζημιά στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής. Στις γραμμές μερικών παλιών κομμουνιστικών κομμάτων της Λατινικής Αμερικής συνέβηκαν ταραχές και διασπάσεις που είχαν την πηγή τους στη δράση των οπορτουνιστικών στοχείων, οι οποίοι δειλιασμένοι από τον επαναστατικό αγώνα, πιάστηκαν από τους κλάδους που τους έτεινε ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός για να κατασβήσει τις εξεγέρσεις των λαών, την επανάσταση και να σαρακιάσει τα κόμματα που δούλευαν για τη διαπαιδαγώγηση και την προετοιμασία των λαών για επανάσταση.

Στην Ευρώπη ο μπραουντερισμός δεν σημείωσε την επιτυχία που είχε στη Νότια Αμερική, ωστόσο αυτός ο σπόρος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού δεν έμεινε χωρίς να απορροφηθεί από εκείνους τους συγκαλυμμένους ρεφορμιστές, αντιμαρξιστές και αντιλενινιστές, που περίμεναν ή προετοίμαζαν τις κατάλληλες στιγμές να ξεστρατίσουν ανοιχτά από την επιστημονική μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία.

Παρ' όλο που ο μπραουντερισμός στην εποχή του δεν μπόρεσε να γίνει ρεβιζιονιστικό ρεύμα μεγάλων διεθνών διαστάσεων, ωστόσο τις απόψεις του τις αναβίωσαν και τις ενστερνίστηκαν οι άλλοι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές που εμφανίστηκαν αργότερα. Οι απόψεις αυτές, σε διάφορες μορφές, στέκουν στη βάση της πολιτικής και ιδεολογικής πλατφόρμας των κινέζων και γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών, καθώς και των ευρωκομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης.

Στην αμερικάνικη στρατηγική για την «αναχαίτιση του κομμουνισμού» και την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής στον μεταπολεμικό καπιταλιστικό κόσμο, ταίριαζε όχι μόνο ο μπραουντερισμός, αλλά και η σκέψη Μάο Τσε Τουνγκ, οι θεωρίες και η γραμμή που ακολούθησε η κινέζικη ηγεσία.
Στις αρχές του 1945, όταν βγήκε ο Μπράουντερ στη σκηνή και όταν η νέα αμερικάνικη στρατηγική προσλάμβανε την πλήρη μορφή της με τον Τρούμαν, στην Κίνα συνήλθε το 7ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Στο καταστατικό που ενέκρινε αυτό το συνέδριο αναφέρονταν: «Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας σε όλη τη δράση του καθοδηγείται από τις ιδέες του Μάο Τσε Τουνγκ». Ο Λιου Σάο Τσι, σχολιάζοντας αυτή την απόφαση, στην έκθεση του στο συνέδριο, δήλωσε ότι ο Μάο Τσε Τουνγκ απέρριψε αρκετές ξεπερασμένες αντιλήψεις της μαρξιστικής θεωρίας και τις αντικατέστησε με νέες θέσεις και συμπεράσματα. Σύμφωνα με το Λιου Σάο Τσι, ο Μάο Τσε Τουνγκ πραγματοποίησε την «κινεζοποίηση» του μαρξισμού. «Οι ιδέες Μάο Τσε Τουνγκ, δήλωσε ο Λιου Σάο Τσι, είναι ο κινέζικος μαρξισμός».

Αυτές οι «νέες θέσεις και συμπεράσματα», αυτή η «κινεζοποίηση» του μαρξισμού δεν είχαν καθόλου σχέση με κάποια δημιουργική εφαρμογή του μαρξισμού - λενινισμού στις συγκεκριμένες συνθήκες της Κίνας, αλλά με την άρνηση των καθολικών βασικών νόμων του. Ο Μάο Τσε Τουνγκ και οι σύντροφοι του, για τη διεξαγωγή της επανάστασης στην Κίνα, είχαν αντίληψη αστών δημοκρατών. Δεν ήταν υπέρ της εξέλιξης της σε σοσιαλιστική επανάσταση. Υπόδειγμα γι' αυτούς ήταν η «αμερικάνικη δημοκρατία» και για την οικοδόμηση της νέας Κίνας υπολόγιζαν στην υποστήριξη του αμερικάνικου κεφαλαίου.

Οι ιδέες του Μάο Τσε Τουνγκ είχαν στενή σχέση με τις οπορτουνιστικές απόψεις του Μπράουντερ, ο οποίος πρέπει να πούμε ότι είχε μελετήσει και είχε καταλάβει καλά τις αντιμαρξιστικές αντιλήψεις των κινέζων ηγετών. «Αυτό που στην Κίνα ονομάζεται «κομμουνιστικό» στρατόπεδο, επειδή καθοδηγείται από επιφανή μέλη του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος - έγραφε ο Μπράουντερ - είναι πιο κοντά προς την αμερικάνικη αντίληψη της δημοκρατίας παρά προς το λεγόμενο στρατόπεδο του Κουόμιντανγκ. Είναι πιο κοντά από κάθε άποψη, συμπεριλαμβανομένης και της ευρύτερης έκτασης που δίνεται στην «ελεύθερη πρωτοβουλία» σ' όλη την οικονομική ζωή» (E.Browder. Teheran, Our Path In War and Peace, New York, 1944.p.26).

Ο Μάο Τσε Τουνγκ ήταν υπέρ μιας ελεύθερης απεριόριστης ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Κίνα κατά την περίοδο του κράτους τύπου «νέας δημοκρατίας», όπως χαρακτήριζε ο ίδιος το καθεστώς που θα εγκαθιδρυόταν μετά την απομάκρυνση των Γιαπωνέζων. «Μερικοί νομίζουν - ομολογούσε στο 7ο Συνέδριο του ΚΚΚ - ότι οι κομμουνιστές είναι ενάντια στην ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, είναι ενάντια στην ανάπτυξη του ιδιωτικού κεφαλαίου, ενάντια στην προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας. Στην πραγματικότητα δεν είναι έτσι. Καθήκον του συστήματος της νέας δημοκρατίας, για την εγκαθίδρυση του οποίου παλεύουμε, είναι ακριβώς να εξασφαλιστεί στους πλατιούς κύκλους των Κινέζων οι δυνατότητα να αναπτύξουν ελεύθερα την ιδιωτική πρωτοβουλία στην κοινωνία, να αναπτύξουν ελεύθερα την ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία». (Μάο Τσε Τουνγκ.  Διαλεχτά Εργα, τ. 4ος. αλβ. έκδ., σελ. 364.)

Έτσι, ο Μάο Τσε Τουνγκ υιοθετεί την αντιμαρξιστική αντίληψη του Κάουτσκυ, κατά τον οποίο στις καθυστερημένες χώρες η μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να περάσει μια μακρά περίοδος ελεύθερης ανάπτυξης του καπιταλισμού, που προετοιμάζει τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση αργότερα στο σοσιαλισμό. Στην πραγματικότητα το λεγόμενο σοσιαλιστικό καθεστώς που ο Μάο Τσε Τουνγκ και η ομάδα του εγκαθίδρυσαν στην Κίνα, ήταν και παρέμεινε αστικό δημοκρατικό καθεστώς.
Η γραμμή που άρχισε να ακολουθεί η κινέζικη ηγεσία με επικεφαλής το Μάο Τσε Τουνγκ για την ανακοπή της επανάστασης στην Κίνα και το κλείσιμο της σοσιαλιστικής προοπτικής της, στην πράξη βοηθούσε τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που επιδίωκε να επεκτείνει την κυριαρχία του, καθώς και τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ήθελαν να διατηρήσουν τις παλιές κτήσεις.

Στα μεταπολεμικά χρόνια το αντιαποικιοκρατικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα σημείωσε άνοδο σε όλες τις ηπείρους. Οι αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες της Αγγλίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ολλανδίας, Βελγίου κατέρρεαν η μια μετά την άλλη κάτω από τα κύματα των λαϊκών εξεγέρσεων στις αποικίες. Οι επαναστάσεις σ’ αυτές τις χώρες, στην πλειοψηφία τους, ήταν αστικό - δημοκρατικές. Σε μερικές όμως απ' αυτές τις χώρες υπήρχαν οι αντικειμενικές δυνατότητες ώστε η επανάσταση να ανέλθει και να προσλάβει σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Ο Μάο Τσε Τουνγκ με τις απόψεις και με τις ενέργειες του κήρυσσε την παρέκκλιση των αντιιμπεριαλιστικών επαναστάσεων από το σωστό δρόμο της εξέλιξης τους, ήθελε να σταματήσουν μεσoδρομίς, να μη ξεπεράσουν τα αστικά πλαίσια, να διαιωνιστεί το καπιταλιστικό σύστημα. Η ζημιά που έφερναν οι «θεωρίες» του Μάο Τσε Τουνγκ ήταν μεγάλη αν λάβουμε υπόψη και τη σημασία της κινέζικης επανάστασης και την επίδραση της στις αποικιακές χώρες.

Η γραμμή του Μάο ήταν ώστε η Κίνα, και στο παράδειγμα της και η Ινδοκίνα, η Βιρμανία, η Ινδονησία, η Ινδία κ.λπ., για την ανάπτυξη τους έπρεπε να στηριχτούν στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, στο αμερικάνικο κεφάλαιο και βοήθεια. Αυτή ήταν στην πραγματικότητα αποδοχή εκείνης της νέας στρατηγικής, που είχε διατυπωθεί στα υπουργεία της Ουάσιγκτον και που είχε αρχίσει να την κηρύσσει, με τον τρόπο του και ο Μπράουντερ.

Τις απόψεις, τις θέσεις, τις ενέργειες και τα αιτήματα του Μάο Τσε Τουνγκ απέναντι στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής τις περιέγραψαν λεπτομερειακά οι απεσταλμένοι των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής στο επιτελείο του Μάο Τσε Τουνγκ κατά την περίοδο 1944 -1949. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζων Σέρβις, πολιτικός σύμβουλος του διοικητή των αμερικάνικων στρατιωτικών δυνάμεων στο βιρμανο -κινεζικό μέτωπο και αργότερα γραμματέας της αμερικάνικης πρεσβείας κοντά στον Τσανγκ Κάι Σεκ στο Τσουνγκίνγκ. Ήταν από τους πρώτους μεταξύ των πρακτόρων της αμερικάνικης κατασκοπίας που είχε επίσημη επαφή με την ηγεσία του Κινέζικου Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ ανεπίσημες επαφές είχε συνεχώς.

Μιλώντας για τους κινέζους ηγέτες ο Σέρβις λέει: «Η κοσμοαντίληψη τους μοιάζει σύγχρονη. Ο τρόπος πώς αντιλαμβάνονται, λόγου χάρη, τα οικονομικά ζητήματα, μοιάζει πολύ με τον δικό μας» ( J. Service, Lost Chance In China, New York, 1974, p.195). «Δεν είναι παράξενο - συνεχίζει - που άφησαν θετική εντύπωση στην πλειοψηφία ή σε όλους τους Αμερικάνους που συναντήθηκαν μαζί τους αυτά τα τελευταία εφτά χρόνια1 η συμπεριφορά τους, ο τρόπος του σκέπτεσθαι και η άμεση σύλληψη των προβλημάτων, φαίνεται περισσότερο αμερικάνικη παρά ανατολική». ( J. Service, Lost Chance In China, New York, 1974, p.198)

Οι λικβινταριστικές απόψεις του Μπράουντερ σχετικά με το κόμμα βρίσκονται ουσιαστικά και στις θεωρίες του Μάο Τσε Τουνγκ. Όπως ο κινέζικος κομμουνισμός ήταν ανούσιος, έτσι και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας μόνο το όνομα είχε κομμουνιστικό. Ο Μάο Τσε Τουνγκ δεν εργάστηκε για ένα πραγματικό προλεταριακό, μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας από την ταξική του σύνθεση, από τη διάρθρωση και την οργανωτική δομή του και από την ιδεολογία που το ενέπνεε δεν ήταν κόμμα λενινιστικού τύπου. Κι όχι μόνο τόσο, αλλά ο Μάο Τσε Τουνγκ δεν ήθελε καν να ξέρει ούτε γι' αυτό το κόμμα. Έκανε όπως ήθελε ο ίδιος, ενώ στη διάρκεια της λεγόμενης Πολιτιστικής Επανάστασης το διάλυσε εντελώς, συγκεντρώνοντας καθετί στα χέρια του και βάζοντας το στρατό να διευθύνει τα πράγματα.
Όπως ο Μπράουντερ, που τον αμερικανισμό τον παρουσίαζε ως ιδεώδες δείγμα της μελλοντικής κοινωνίας, έτσι και ο Μάο Τσε Τουνγκ την αμερικάνικη δημοκρατία την θεωρούσε σαν ανώτατο παράδειγμα της κρατικής και κοινωνικής οργάνωσης για την Κίνα. Ο Μάο Τσε Τουνγκ ομολόγησε στον Σέρβις ότι «πάνω απ' όλα εμείς οι Κινέζοι σας θεωρούμε εσάς τους Αμερικάνους, σαν το ιδεώδες της δημοκρατίας». ( J. Service, Lost Chance In China, New York, 1974, p.303)

Παράλληλα με την αποδοχή της αμερικάνικης δημοκρατίας, οι κινέζοι ηγέτες επεδίωκαν και την αποκατάσταση στενών και άμεσων δεσμών με το αμερικάνικο κεφάλαιο, ζητούσαν την αμερικάνικη οικονομική βοήθεια. Ο Σέρβις γράφει ότι ο Μάο Τσε Τουνγκ του είπε: «Η Κίνα πρέπει να εκβιομηχανιστεί. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί - στην Κίνα - μόνο μέσω της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και της βοήθειας του ξένου κεφαλαίου. Τα αμερικάνικα και τα κινέζικα συμφέροντα είναι συνδεδεμένα και παρόμοια...

Οι ΕΠΑ θα βρουν σε μας πιο μεγάλο πνεύμα συνεργασίας παρά στο Κουόμιντανγκ. Δε θα φοβηθούμε από την επιρροή της αμερικάνικης δημοκρατίας, εμείς θα την καλοδεχτούμε...

Η Αμερική δεν έχει λόγο να φοβάται ότι εμείς δεν θα είμαστε υπέρ της συνεργασίας. Πρέπει να συνεργαστούμε και πρέπει να έχουμε την αμερικάνικη βοήθεια» ( J. Service, Lost Chance In China, New York, 1974, p.307).
Τέτοιες δηλώσεις και αιτήματα ακούμε καθημερινά σήμερα από τους μαθητές και τους συνεργάτες του Μάο Τσε Τουνγκ, όπως από τον Τενγκ Χσιάο Πινγκ και τον Χουά Κούο Φενγκ και άλλους, που πραγματοποιούν στην πράξη τους ολόπλευρους δεσμούς με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που τους ονειρευόταν και τους άρχισε ο Μάο Τσε Τουνγκ. Η κινέζικη στρατηγική είναι τώρα πέρα για πέρα προσανατολισμένη προς τη γενική και ιδιαίτερη συνεργασία με τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής και με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, που άρχισαν να υποστηρίζουν την Κίνα πολιτικά, να την επηρεάζουν ιδεολογικά, ώστε να βγάλει από το νου και την καρδιά των απλών ανθρώπων το παραμικρό ίχνος του μαρξισμού - λενινισμού και να κάνει έτσι βαθιούς πολιτικο-οργανωτικούς μετασχηματισμούς προς το καπιταλιστικό σύστημα, είτε στον οικονομικό τομέα, στην διοργάνωση του κράτους ή του κόμματος.

Στην πραγματικότητα, όλη η γραμμή του Μάο Τσε Τουνγκ για την οικοδόμηση της Κίνας και η αντίληψη για την ανάπτυξη των χωρών που απελευθερώθηκαν από την αποικιοκρατία εξυπηρέτησαν και ταίριαζαν στην γραμμή της στρατηγικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Εάν δεν αποκαταστάθηκε από μιας αρχής στενή συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι στην Αμερική μεταπολεμικά κέρδισε το λόμπυ του Τσανγκ Κάι Σεκ. Αυτή την εποχή ο «ψυχρός πόλεμος» ήταν στο αποκορύφωμα του και στην Αμερική κυριαρχούσε ο μακαρθισμος. Από την άλλη μεριά, αμέσως μετά τον πόλεμο οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής έδωσαν προτεραιότητα στην Ιαπωνία, νομίζοντας ότι πρώτα απ' όλα έπρεπε να βοηθήσουν ή να υποτάξουν από κάθε άποψη την Ιαπωνία, να την έκαναν ισχυρή και πειθήνια σύμμαχο τους, να ανόρθωναν την γιαπωνέζικη οικονομία και να μετέτρεπαν αυτή την χώρα σε μεγάλο προμαχώνα κατά της Σοβιετικής Ένωσης και, ενδεχομένως, κατά της Κίνας του Μάο Τσε Τουνγκ. Προφανώς, οι ΕΠΑ δεν ήταν τόσο ισχυρές για να καλύψουν με βοήθεια όλες τις περιοχές του κόσμου και να τις προετοιμάσουν ενάντια στην Σοβιετική Ένωση, ενάντια στο σύστημα του σοσιαλισμού, γι' αυτό προτίμησαν να προετοιμάσουν περισσότερο την Ευρώπη και την Ιαπωνία όπου οι καταστροφές ήταν μεγάλες και όπου ο σοσιαλισμός είχε γίνει επικίνδυνος για το παγκόσμιο κεφάλαιο.

Αναμφίβολα, αυτοί οι παράγοντες έκαναν τους αρχηγούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να μη σφίξουν αμέσως το χέρι που τους έτεινε ο Μάο Τσε Τουνγκ. Έπρεπε να περάσει πολύ καιρός, έπρεπε οι κινέζοι ρεβιζιονιστές ηγέτες να δώσουν νέες αποδείξεις της «αγάπης» τους προς την Αμερική για να πάει ο Νίξον στο Πεκίνο και να καταλάβουν οι Αμερικάνοι και όλοι οι άλλοι ότι η Κίνα δεν είχε καμιά σχέση με το σοσιαλισμό.

Μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στη μεγάλη εκστρατεία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και των άλλων αντιδραστικών δυνάμεων που συσπειρώθηκαν γύρω του στην καταπολέμηση του σοσιαλισμού και της επανάστασης, συμπεριλήφθηκαν και οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές. Αυτό το ρεύμα, που αντιπροσώπευε τον ρεβιζιονισμό στην εξουσία, εμφανίστηκε σε στιγμή κλειδί της πάλης μεταξύ του σοσιαλισμού και του ιμπεριαλισμού.
Η περίοδος μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο δεν μπορούσε να είναι περίοδος ησυχίας, όχι μόνο για τον ιμπεριαλισμό, αλλά ούτε και για το σοσιαλισμό. Στις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν, χρειάστηκε στον ιμπεριαλισμό να αντιμετωπίσει θανατηφόρες γι' αυτόν καταστάσεις, ενώ ο σοσιαλισμός έπρεπε να εδραιωθεί, να ακτινοβολήσει και να δώσει σε δρόμο σωστό τη βοήθεια του για την απελευθέρωση και την πρόοδο των λαών του κόσμου. Ήταν ο καιρός που όχι μόνο έπρεπε να επιδεθούν και να θεραπευθούν οι πληγές του πολέμου, αλλά και να διεξαχθεί σωστά η πάλη των τάξεων τόσο μέσα στις χώρες όπου το προλεταριάτο είχε πάρει την εξουσία, όσο και στο διεθνή στίβο. Η νίκη ενάντια στο φασισμό είχε επιτευχθεί, αλλά η ειρήνη ήταν σχετική, ο πόλεμος συνεχιζόταν με άλλα μέσα.

Στις σοσιαλιστικές χώρες και στα κομμουνιστικά κόμματα τους έμπαινε καθήκον να εργαστούν για να παγιώσουν τις νίκες σε μαρξιστικό - λενινιστικό δρόμο, να γίνουν παράδειγμα και καθρέφτης για τους λαούς και για τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα που δεν ήταν στην εξουσία. Τα κομμουνιστικά κόμματα των σοσιαλιστικών χωρών έπρεπε επίσης να σφυρηλατηθούν πιο πέρα με τη μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία, προσέχοντας να μη μετατραπεί αυτή σε δόγμα, αλλά να διατηρηθεί, καθώς είναι στην πραγματικότητα, επαναστατική θεωρία σε δράση, μέσο για την επίτευξη βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών. Ιδιαίτερα οι σοσιαλιστικές χώρες και τα κομμουνιστικά κόμματα, μετά τη νίκη ιστορικής σημασίας επί του φασιστικού συνασπισμού, δεν έπρεπε να μεγάλο φρονούν, να νομίζουν ότι είναι αλάνθαστα και να ξεχνούν ή να αμβλύνουν την πάλη των τάξεων. Αυτή τη σημαντική στιγμή είχε υπόψη ο Στάλιν όταν τόνιζε την ανάγκη συνέχισης της πάλης των τάξεων στο σοσιαλισμό.
Σ' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις οι τιτοϊκοί βγήκαν ενάντια στο μαρξισμό - λενινισμό. Ο τιτοϊσμός δεν βγήκε εξ αρχής χωρίς προσωπείο ενάντια στην επανάσταση, ενάντια στο σοσιαλισμό, απεναντίας, προσπάθησε να συγκαλυφθεί, συνεχίζοντας να προετοιμάζει το έδαφος για την επαναφορά της Γιουγκοσλαβίας στο δρόμο του καπιταλισμού και για την μετατροπή της σε όργανο του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού.

Είναι γεγονός γνωστό ότι ο τιτοϊσμός ψυχικά, ιδεολογικά και πολιτικά έκλινε προς τη Δύση, προς τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ότι εξ αρχής είχε πολλές πολιτικές επαφές και μυστικά έκανε κομπίνες με τους Αγγλους και με άλλους εκπροσώπους του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι γιουγκοσλάβοι ηγέτες άνοιξαν διάπλατα τις θύρες στην UNRRΑ, μέσω της οποίας και με το πρόσχημα της βοήθειας σε κουρέλια και σε τρόφιμα που είχαν μείνει απούλητα από την περίοδο του πολέμου, οι αμερικανό - άγγλοι ιμπεριαλιστές προσπαθούσαν να μπούνε σε πολλές χώρες του κόσμου και ιδιαίτερα στις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας. Οι ιμπεριαλιστές επεδίωκαν να προετοιμάσουν ένα λίγο πολύ κατάλληλο έδαφος για μελλοντικές ενέργειες σε ευρύτερο πεδίο. Οι Γιουγκοσλάβοι επωφελήθηκαν πολύ από τα δώρα της UNRRΑ, αλλά και η UNRRΑ από μέρους της μπόρεσε ν' ασκήσει την επιρροή της στους κρατικούς μηχανισμούς που δεν είχαν συγκροτηθεί όπως πρέπει στο νεοσύστατο γιουγκοσλάβικο κράτος.

Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός και όλη η διεθνής αντίδραση προσέφεραν εξ αρχής όλη την υποστήριξη τους στον τιτοϊσμό, επειδή σ' αυτόν έβλεπαν το δρόμο, την ιδεολογία και την πολιτική που οδηγούσε στον εκφυλισμό των χωρών του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, στη διάσπαση και στη διάλυση της ενότητας τους με τη Σοβιετική Ένωση. Η δράση του τιτοϊσμού ταυτιζόταν απόλυτα με την επιδίωξη του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού να υπονομεύσει από τα μέσα το σοσιαλισμό. Ωστόσο ο τιτοϊσμός θα χρησίμευε στη στρατηγική του ιμπεριαλισμού και για την παράλυση των απελευθερωτικών αγώνων και την απομάκρυνση από το επαναστατικό κίνημα των νέων κρατών, που μόλις είχαν αποτινάξει τον αποικιακό ζυγό.

Οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές αντιπαρατάχθηκαν από μιας αρχής στη θεωρία και την πράξη του πραγματικού σοσιαλισμού του Λένιν και του Στάλιν σε όλα τα ζητήματα και σε όλους τους τομείς. Ο Τίτο και η ομάδα του έδεσαν τη χώρα με τον καπιταλιστικό κόσμο και έβαλαν καθήκον τους ώστε στη Γιουγκοσλαβία να αλλάξουν τα πάντα προς την κατεύθυνση των δυτικών καπιταλιστικών κρατών αρχίζοντας από την πολιτική, την ιδεολογία, τη διοργάνωση του κράτους, τη διοργάνωση της οικονομίας και του στρατού. Αποσκοπούσαν να μετατρέψουν τη Γιουγκοσλαβία όσο το δυνατό γρηγορότερα σε αστική καπιταλιστική χώρα. Οι ιδέες του Μπράουντερ, που ήταν ιδέες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, βρήκαν θέση στην πολιτικό - ιδεολογική πλατφόρμα του τιτοϊσμού.
Κατά πρώτο λόγο, οι τιτοϊκοί αναθεώρησαν τις βασικές αρχές του μαρξισμού - λενινισμού σχετικά με το ρόλο και την αποστολή της επαναστατικής εξουσίας και του κομμουνιστικού κόμματος στη σοσιαλιστική κοινωνία.

Επετέθηκαν κατά της μαρξιστικής θέσης σχετικά με τον ηγετικό ρόλο του κομμουνιστικού κόμματος σε όλους τους τομείς της ζωής στο σύστημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Στο παράδειγμα του Μπράουντερ στην Αμερική, εξάλειψαν στην πράξη το κόμμα, όχι μόνο επειδή άλλαξαν το όνομα του, λέγοντας το Ένωση Κομμουνιστών, αλλά επειδή άλλαξαν τους σκοπούς, τα καθήκοντα, την οργάνωση και το ρόλο που έπρεπε να παίξει αυτό το κόμμα στην επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Οι τιτοϊκοί μετέτρεψαν το κόμμα σε διαπαιδαγωγητικο - προπαγανδιστικό σύνδεσμο.

Αφαίρεσαν το επαναστατικό πνεύμα από το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας και ντε φάκτο έφτασαν στο σημείο να εξαλείψουν την επίδραση του κόμματος και να ανεβάσουν πάνω από το κόμμα το ρόλο του Δημοκρατικού Μετώπου [1. Το 1947 ο Τίτο διακήρυσσε: «Έχει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας άλλο πρόγραμμα εκτός από το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου; Όχι! Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έχει άλλο πρόγραμμα,. Το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου είναι και πρόγραμμα του Κόμματος». (Ι. Μπ. Τίτο, «Λόγοι και άρθρα» III, «Ριλίντια», Πριστίνα, 1962, αλβ. έκδοση, σελ. 145)].

Στο θεμελιώδες ζήτημα του κόμματος, σχετικά με τον ηγετικό παράγοντα της επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μεταξύ του μπραουντερισμού και του τιτοϊσμού υπάρχει κοινότητα πολιτικών, ιδεολογικών και οργανωτικών απόψεων. Εφόσον ο τιτοϊσμός, όπως και ο μπραουντερισμός, είναι λικβινταριστικός και αντιμαρξιστικός στην καθοριστική πλατφόρμα του πρωτοποριακού ρόλου του κόμματος της εργατικής τάξης στην επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, τέτοιος είναι και σε όλες τις άλλες πλατφόρμες.

Η ομοιότητα των απόψεων των τιτοϊκών με τις απόψεις του Μπράουντερ φαίνεται και στη στάση απέναντι στην «αμερικάνικη δημοκρατία», την οποία οι τιτοϊκοί την πήραν σαν πρότυπο για την εγκαθίδρυση του πολιτικού συστήματος στη Γιουγκοσλαβία. Ο ίδιος ο Καρντέλι ομολογεί ότι αυτό το σύστημα είναι«... συγγενικό με την οργάνωση της εκτελεστικής εξουσίας στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής»( E. Kαρντέλι, Οι κατευθύνσεις ανάπτυξης του πολιτικού συστήματος της σοσιαλιστικής αυτοδιαχείρησης, Πρίστινα 1978, σελ. 235)

Μετά την εξάλειψη του κόμματος και μετά τη ρήξη με τη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες της λαϊκής δημοκρατίας, η Γιουγκοσλαβία σφάδασε σ' ένα χάος οικονομικό - οργανωτικών πράξεων. Οι τιτοϊκοί ανακήρυξαν την κρατική ιδιοκτησία ως «κοινωνική» και με το άναρχο - συνδικαλιστικό σύνθημα: «τα εργοστάσια στους εργάτες», καμουφλάρισαν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και έβαλαν το ένα κατά του άλλου τα τμήματα της εργατικής τάξης. Στην κολλεκτιβοποίηση των μικροπαραγωγών, που ονομάστηκε «ρωσικός δρόμος», αντιπαράθεσαν τον «αμερικάνικο δρόμο» της ίδρυσης καπιταλιστικών αγροκτημάτων και της ενθάρρυνσης των ιδιωτικών αγροτικών νοικοκυριών.

Αυτός ο μετασχηματισμός στον οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό τομέα θα έφερνε βέβαια, όπως και έφερε, και το συνεχή μετασχηματισμό της κρατικής διοργάνωσης, της διοργάνωσης του στρατού, της διοργάνωσης της παιδείας και της κουλτούρας. Στη δεκαετία του '50 ανακήρυξαν τον λεγόμενο αυτοδιοικούμενο σοσιαλισμό, που χρησιμοποιήθηκε για να καμουφλάρει το καπιταλιστικό σύστημα. Αυτός ο «ιδιόμορφος σοσιαλισμός», κατά τη γνώμη τους, θα οικοδομούνταν όχι με τη στήριξη στο σοσιαλιστικό κράτος αλλά στους άμεσους παραγωγούς. Πάνω σ' αυτή τη βάση κήρυξαν την απονέκρωση του κράτους από το στάδιο του σοσιαλισμού ακόμη, αρνούμενοι τη θεμελιώδη μαρξιστική - λενινιστική θέση σχετικά με την ανάγκη ύπαρξης της δικτατορίας του προλεταριάτου καθ' όλη την περίοδο από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.

Για να νομιμοποιήσουν το δρόμο της προδοσίας και να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου, οι τιτοϊκοί παριστάνουν τους «δημιουργικούς μαρξιστές», που εναντιώνονται μόνο στο «σταλινισμό», αλλά όχι στο μαρξισμό - λενινισμό. Αποδείχτηκε έτσι για μια ακόμη φορά ότι το σύνθημα της «δημιουργικής ανάπτυξης του μαρξισμού και της καταπολέμησης του δογματισμού» είναι το προτιμότερο σύνθημα και κοινό για κάθε παραλλαγή του ρεβιζιονισμού.

Οι Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, η Αγγλία, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία κ.λπ., έδωσαν πολύπλευρη πολιτική, οικονομική, στρατιωτική βοήθεια στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία και την κράτησαν στη ζωή. Η αστική τάξη δεν ήταν ενάντια, είχε μάλιστα συμφέρον η Γιουγκοσλαβία να διατηρούσε τυπικά τα σοσιαλιστικά προσχήματα. Μόνο που αυτό το είδος «σοσιαλισμού» έπρεπε να διαφέρει ολωσδιόλου από το σοσιαλισμό που πρόβλεψαν και έχτισαν ο Λένιν και ο Στάλιν, κατά του οποίου οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές άρχισαν να επιτίθενται, να τον χαρακτηρίζουν σαν «κατώτερη μορφή σοσιαλισμού», σαν «ετατιστικό», «γραφειοκρατικό» και «αντιδημοκρατικό σοσιαλισμό». Ο γιουγκοσλάβικος «σοσιαλισμός» θα ήταν μια νοθογενής καπιταλιστο - ρεβιζιονιστική κοινωνία, αλλά στην ουσία αστικό - καπιταλιστική. Θα ήταν «Δούρειος Ίππος» για να μπει και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, να τις απομακρύνει από το δρόμο του σοσιαλισμού και να τις συνδέσει με τον ιμπεριαλισμό.

Και στην πραγματικότητα ο τιτοϊσμός έγινε ο εμπνευστής των ρεβιζιονιστικών και οπορτουνιστικών στοιχείων στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες. Οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές ανέπτυξαν σ' αυτές τις χώρες πλατιά αντιπερισπαστική και υπονομευτική δράση. Αρκεί να αναφέρουμε τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956, όπου οι γιουγκοσλάβοι τιτοϊκοί έπαιξαν εξαιρετικά δραστήριο ρόλο για να ανοίξουν το δρόμο στην αντεπανάσταση και να οδηγήσουν την Ουγγαρία στο στρατόπεδο του ιμπεριαλισμού.

Τη θέση που κατέλαβε ο τιτοϊσμός στη γενική στρατηγική του ιμπεριαλισμού για την απ' τα μέσα υπονόμευση των σοσιαλιστικών χωρών τη διευκρίνισε καθαρά και ανοιχτά ο ίδιος ο Τίτο στο γνωστό του λόγο στην Πούλια το 1956. Από τότε ακόμα δήλωσε ότι το γιουγκοσλάβικο πρότυπο του σοσιαλισμού δεν ισχύει μόνο για τη Γιουγκοσλαβία, αλλά έπρεπε να το ακολουθήσουν και να το εφαρμόσουν και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Στην στρατηγική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού προσαρμόστηκαν και οι τιτοϊκες αντιλήψεις και θεωρίες σχετικά με την παγκόσμια εξέλιξη και τις διεθνείς σχέσεις. Στο λόγο που εκφώνησε στο Όσλο, από τον Οκτώβρη ακόμη του 1954, ο Καρντέλι, ο κυριότερος θεωρητικός του γιουγκοσλάβικου ρεβιζιονισμού, αποφάνθηκε ανοιχτά ενάντια στη θεωρία της επανάστασης, διαφημίζοντας τις «νέες» λύσεις, που είχε βρει δήθεν ο καπιταλισμός. Διαστρεβλώνοντας την ουσία του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού, που μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις σε αρκετές καπιταλιστικές χώρες, ο Καρντέλι τον κήρυξε ως στοιχείο του σοσιαλισμού, ενώ την κλασική αστική δημοκρατία τη χαρακτήρισε «ρυθμιστή των κοινωνικών αντιθέσεων για τη βαθμιαία ενίσχυση των σοσιαλιστικών στοιχείων». Δήλωσε ότι σήμερα πραγματοποιείται «σταδιακή εξέλιξη προς το σοσιαλισμό» και αυτό το χαρακτήρισε «ιστορικό γεγονός» για μια σειρά καπιταλιστικά κράτη. Αυτές οι ρεβιζιονιστικές αντιλήψεις, που στην ουσία είναι οι ίδιες με αυτές του Μπράουντερ, μπήκαν στο πρόγραμμα της Ένωσης Κομμουνιστών της Γιουγκοσλαβίας και απέβησαν ιδεολογικό και πολιτικό αντιπερισπαστικό μέσο ενάντια στο επαναστατικό και απελευθερωτικό κίνημα του προλεταριάτου και των λαών.

Πάνω σ' αυτή τη βάση οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές επεξεργάστηκαν τις δικές τους θεωρίες και πράξεις της «μη δέσμευσης» που βοήθησαν τη στρατηγική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού που επιδιώκει την ανακοπή της ορμής του αντιιμπεριαλιστικού αγώνα των λαών του λεγόμενου «τρίτου κόσμου», την υπονόμευση του αγώνα τους για υπεράσπιση της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας αυτών των λαών. Οι τιτοϊκοί συμβουλεύουν τους λαούς αυτούς ότι η εκπλήρωση των πόθων τους επιτυγχάνεται ακολουθώντας την πολιτική της μη δέσμευσης, δηλαδή, της μη εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό. Σύμφωνα με τους τιτοϊκούς, ο δρόμος για την ανάπτυξη αυτών των χωρών πρέπει να βρεθεί στην «ενεργό συνεργασία», στην «όλο και ευρύτερη σύμπραξη» με τους ιμπεριαλιστές και το μεγάλο παγκόσμιο κεφάλαιο, στη βοήθεια και τις πιστώσεις που πρέπει να παίρνουν από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Πού σε οδηγεί ο δρόμος που κηρύσσουν οι ρεβιζιονιστές του Βελιγραδίου, αυτό το δείχνει καθαρά η ίδια η σημερινή πραγματικότητα στη Γιουγκοσλαβία. Η συνεργασία με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, με το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό και με τα άλλα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη, οι πολυάριθμες βοήθειες και πιστώσεις που πήρε απ' αυτούς, μετέτρεψαν τη Γιουγκοσλαβία σε χώρα που για τα πάντα εξαρτάται από τον παγκόσμιο καπιταλισμό, σε χώρα με ακρωτηριασμένη ανεξαρτησία και κυριαρχία.

Η στρατηγική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και όλος ο πόλεμος που η διεθνής αστική τάξη έκανε ενάντια στην επανάσταση και το σοσιαλισμό βρήκαν πολύ μεγάλη και πολυπόθητη βοήθεια με την εμφάνιση στη σκηνή του χρουστσιοφικού ρεβιζιονισμού. Η χρουστσιοφική προδοσία ήταν το πιο βαρύ και το πιο επικίνδυνο χτύπημα που δόθηκε ποτέ στο σοσιαλισμό και στο επαναστατικό και απελευθερωτικό κίνημα των λαών. Μετέτρεψε την πρώτη σοσιαλιστική χώρα και το μεγάλο κέντρο της παγκόσμιας επανάστασης σε ιμπεριαλιστική χώρα και εστία της αντεπανάστασης. Οι επιπτώσεις αυτής της προδοσίας σε εθνική και διεθνή κλίμακα ήταν πράγματι τραγικές. Τις συνέπειες της υπέστησαν και υφίστανται ακόμα όχι μόνο τα επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα των λαών, αλλά εκτέθηκαν σε μεγάλο κίνδυνο και η ειρήνη και η διεθνής ασφάλεια.

Σαν πολιτικό και ιδεολογικό ρεύμα, ο χρουστσιοφισμός δεν έχει και μεγάλη διαφορά από τα άλλα ρεύματα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού. Είναι αποτέλεσμα της ίδιας εξωτερικής και εσωτερικής πίεσης της αστικής τάξης, της ίδιας απομάκρυνσης από τις αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, της ίδιας επιδίωξης να εναντιωθούν στην επανάσταση και το σοσιαλισμό και να διατηρήσουν και να δυναμώσουν το καπιταλιστικό σύστημα.

Η διαφορά που υπάρχει σχετίζεται μόνο με τον κίνδυνο που αποτελούν. Ο χρουστσιοφικός ρεβιζιονισμός παραμένει πάντα ο πιο επικίνδυνος, ο πιο σατανικός, ο πιο απειλητικός ρεβιζιονισμός. Κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή είναι ρεβιζιονισμός με προσωπείο, τηρεί τα σοσιαλιστικά προσχήματα, και για να εξαπατήσει τους ανθρώπους και να τους βάλει στις παγίδες του χρησιμοποιεί πλατιά τη μαρξιστική ορολογία και, κατά την περίπτωση και την ανάγκη, και τα επαναστατικά συνθήματα. Μ' αυτή τη δημαγωγία θέλει να δημιουργήσει πυκνή ομίχλη για να μη φαίνεται η σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα της Σοβιετικής Ένωσης και, πάνω απ' όλα, να αποκρύψει τους επεκτατικούς σκοπούς, να παραπλανήσει τα επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα και να τα μετατρέψει σε όργανα της πολιτικής του. Λεύτερο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, ο χρουστσιοφικός ρεβιζιονισμός απέβηκε κυρίαρχη ιδεολογία σε ένα κράτος που αποτελεί μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη, πράγμα που του παρέχει πολλά μέσα και δυνατότητες να ελίσσεται σε πλατιά πεδία και σε μεγάλες διαστάσεις.

Κοινό χαρακτηριστικό του χρουστσιοφισμού και των άλλων ρεβιζιονιστικών ρευμάτων είναι η εξάλειψη του κομμουνιστικού κόμματος και η μετατροπή του σε πολιτική δύναμη που να εξυπηρετεί τη μπουρζουαζία. Και στη Σοβιετική Ένωση το Κομμουνιστικό Κόμμα του Λένιν και του Στάλιν εξαλείφθηκε. Εδώ αλήθεια δεν άλλαξε το όνομα του κόμματος, καθώς συνέβηκε στη Γιουγκοσλαβία, αλλά του αφαιρέθηκε το περιεχόμενο και το επαναστατικό πνεύμα. Ο ρόλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης άλλαξε, και η δράση του για την ενίσχυση της μαρξιστικής - λενινιστικής ιδεολογίας αντικαταστάθηκε με τη δράση για τη διαστρέβλωση της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας με διάφορα προσωπεία, με κούφια φρασεολογία, με δημαγωγία. Η πολιτική διοργάνωση του κόμματος, όπως και ο στρατός, η αστυνομία και τα άλλα όργανα της δικτατορίας της νέας αστικής τάξης, μετατράπηκε σε θεσμό καταπίεσης των μαζών, μη αναφέροντας εδώ το γεγονός ότι έγινε και φορέας της ιδεολογίας και της πολιτικής της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης τους. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης εξασθένησε, μαράθηκε και έγινε «κόμμα όλου του λαού», δηλαδή δεν είναι πια πρωτοποριακό κόμμα της εργατικής τάξης που να προωθεί την επανάσταση και να οικοδομεί το σοσιαλισμό, αλλά κόμμα της νέας ρεβιζιονιστικής αστικής τάξης, που εκφυλίζει το σοσιαλισμό και προωθεί την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Όπως ο Μπράουντερ, ο Τίτο, ο Τολιάττι και άλλοι που κήρυξαν τη μετατροπή των κομμάτων τους σε «συνδέσμους», «ενώσεις», «κόμματα μαζών», για να προσαρμόζονται δήθεν στις νέες κοινωνικές αλλαγές που συνέβηκαν σαν αποτέλεσμα της ανάπτυξης του καπιταλισμού, της ανάπτυξης της εργατικής τάξης και της πολιτικής και ιδεολογικής επίδρασης της κ.λπ., έτσι και ο Χρουστσιόφ δικαιολόγησε την αλλαγή του χαρακτήρα του κόμματος για να προσαρμοστεί δήθεν στις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, όπου περατώθηκε, λέει, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού και άρχισε η οικοδόμηση του κομμουνισμού. Κατά τον Χρουστσιόφ η σύνθεση του κόμματος, η διάρθρωση του, ο ρόλος και η θέση του στην κοινωνία και στο κράτος έπρεπε να αλλάξουν σε συνάρτηση μ' αυτή τη «νέα εποχή».

Όταν ο Χρουστσιόφ άρχισε να κηρύσσει αυτές τις θέσεις, όχι μόνο δεν είχε αρχίσει να οικοδομείται ο κομμουνισμός στη Σοβιετική Ένωση, αλλά και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν είχε περατωθεί ολοκληρωτικά. Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις αλήθεια είχαν εξαλειφθεί σαν τάξεις, αλλά τα υπολείμματα τους και σωματικά, άσε μετά ιδεολογικά, υπήρχαν ακόμα. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε εμποδίσει την πλατιά χειραφέτηση των παραγωγικών σχέσεων και οι παραγωγικές δυνάμεις, που αποτελούν γι' αυτό την αναγκαία και απαραίτητη βάση, είχαν μεγάλες απώλειες. Η μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία ήταν κυρίαρχη, αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι παλιές ιδεολογίες είχαν ξεριζωθεί εντελώς από τη συνείδηση των μαζών. Η Σοβιετική Ένωση είχε κερδίσει τον πόλεμο ενάντια στο φασισμό, αλλά ένας πόλεμος με άλλα μέσα και όχι λιγότερο επικίνδυνος είχε αρχίσει εναντίον της. Ο ιμπεριαλισμός, με επικεφαλής τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, είχε κηρύξει τον «ψυχρό πόλεμο» ενάντια στον κομμουνισμό και όλα τα δηλητηριώδη βέλη του παγκόσμιου καπιταλισμού στρέφονταν κυρίως ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Στο κράτος και τους σοβιετικούς ανθρώπους ασκούνταν μεγάλη πίεση, με σκοπό να δημιουργηθεί σ' αυτούς ο φόβος του πολέμου, να ανακοπεί η επαναστατική ορμή, να συγκρατηθεί το διεθνιστικό τους πνεύμα και το πνεύμα εναντίωσης προς τον ιμπεριαλισμό.

Μπροστά σ' αυτές τις εσωτερικές και εξωτερικές πιέσεις, ο Χρουστσιόφ παραδόθηκε και συνθηκολόγησε. Άρχισε να παρουσιάζει την κατάσταση με ωραία χρώματα για να συγκαλύπτει τις ειρηνιστικές φαντασιοκοπίες του. Οι θέσεις του σχετικά με την «οικοδόμηση του κομμουνισμού», τη «λήξη της πάλης των τάξεων», την «οριστική νίκη του σοσιαλισμού» φαίνονταν σαν νεωτεριστικές, αλλά στην πραγματικότητα ήταν αντιδραστικές. Ήταν έκφραση της συγκάλυψης μιας νέας πραγματικότητας που δημιουργούνταν, της γέννησης και ανάπτυξης του καινούριου στρώματος της αστικής τάξης και των αξιώσεων της να εγκαθιδρύσει την εξουσία της στη Σοβιετική Ένωση.

Η γραμμή και το πρόγραμμα που ο Χρουστσιόφ παρουσίασε στο 20ο Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ, ήταν όχι μόνο η γραμμή της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση αλλά και γραμμή της υπονόμευσης της επανάστασης, της υποταγής των λαών στον ιμπεριαλισμό και της εργατικής τάξης στην αστική τάξη. Οι χρουστσιοφικοί κήρυξαν ότι στο σημερινό στάδιο ο κυριότερος δρόμος της μετάβασης στο σοσιαλισμό είναι ο ειρηνικός δρόμος. Συνέστησαν στα κομμουνιστικά κόμματα να ακολουθούν την πολιτική της ταξικής συμφιλίωσης, της συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία και τις άλλες πολιτικές δυνάμεις της αστικής τάξης. Η γραμμή αυτή βοηθούσε την επίτευξη εκείνων των στόχων, για τους οποίους ο ιμπεριαλισμός και το κεφάλαιο πάλευαν από καιρό με όλα τα μέσα, με όπλα και ιδεολογικό αντιπερισπασμό. Άνοιξε πλατιούς δρόμους στον αστικό ρεφορμισμό και έδωσε τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να ελίσσεται στις δύσκολες οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές καταστάσεις, που δημιουργήθηκαν γι αυτό μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Έτσι εξηγείται όλη εκείνη η μεγάλη δημοσιότητα που η αστική τάξη όλου του κόσμου έδωσε στο 20ο Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ και χαρακτήρισε το Χρουστσιόφ «άνθρωπο της ειρήνης», που «αντιλαμβάνεται τις κατάστάσεις», διαφορετικά από το Στάλιν που ήταν υπέρ της «κομμουνιστικής ορθοδοξίας», του «ασυμβίβαστου με τον καπιταλιστικό κόσμο» κ.λπ.

Με τα κηρύγματά τους για τον ειρηνικό δρόμο μετάβασης στο σοσιαλισμό, οι χρουστσιοφικοί ζητούσαν από τους κομμουνιστές και τους επαναστάτες του κόσμου να μη προετοιμαστούν και να μην κάνουν την επανάσταση, αλλά να περιορίσουν όλη τη δράση τους σε προπαγάνδα, σε διάλογους και εκλογικούς ελιγμούς, σε συνδικαλιστικές διαδηλώσεις και σε εφήμερα αιτήματα.

Αυτή ήταν χαρακτηριστική σοσιαλδημοκρατική γραμμή, που την καταπολέμησε αμείλιχτα ο Λένιν και την ανέτρεψε η Οκτωβριανή Επανάσταση. Οι χρουστσιοφικές απόψεις, που ήταν δανεισμένες από το οπλοστάσιο των αρχηγών της Δεύτερης Διεθνούς, προκαλούσαν επικίνδυνες αυταπάτες και δυσφήμιζαν την ίδια την ιδέα της επανάστασης. Δεν προετοίμαζαν την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες να είναι άγρυπνες και να αντισταθούν στην αστική βία, αλλά να έμεναν στο έλεος της αστικής τάξης και να υποτάσσονταν σ' αυτή. Αυτό αποδείχτηκε και από τα γεγονότα της Ινδονησίας και της Χιλής κ.λπ., όπου οι κομμουνιστές και οι λαοί αυτών των χωρών πλήρωσαν πολύ ακριβά τις ρεβιζιονιστικές φαντασιοκοπίες περί ειρηνικού δρόμου προς το σοσιαλισμό.

Εξίσου σε όφελος του ιμπεριαλισμού και της μπουρζουαζίας και σε βάρος της επανάστασης ήταν και η άλλη θέση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚ της ΣΕ σχετικά με την «ειρηνική συνύπαρξη», που οι χρουστσιοφικοί προσπάθησαν να την επιβάλουν σ' όλο το κομμουνιστικό κίνημα, επεκτείνοντας την και στις σχέσεις ανάμεσα στις τάξεις, ανάμεσα στους λαούς και τους ιμπεριαλιστές καταπιεστές τους. Θέτοντας το πρόβλημα ή «ειρηνική συνύπαρξη ή ολέθριος πόλεμος», σύμφωνα με τους χρουστσιοφικούς, στους λαούς και στο παγκόσμιο προλεταριάτο δεν έμενε άλλη λύση παρά να σκύψουν το κεφάλι, να παραιτηθούν από την πάλη των τάξεων, από την επανάσταση και από κάθε δράση «που μπορούσε να εξοργίσει» τον ιμπεριαλισμό και να προκαλέσει την έκρηξη του πολέμου.

Οι χρουστσιοφικές απόψεις σχετικά με την «ειρηνική συνύπαρξη», που συνδέονταν στενά με τις απόψεις περί «αλλαγής της φύσης του ιμπεριαλισμού», ταυτίζονταν στην πράξη με τα κηρύγματα του Μπράουντερ ότι ο καπιταλισμός και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός στάθηκαν δήθεν παράγοντες προόδου για την ανάπτυξη του μεταπολεμικού κόσμου. Λουστράροντας τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και σχηματίζοντας απατηλή εικόνα γι αυτόν, αμβλυνόταν η επαγρύπνηση των λαών απέναντι στην ηγεμονιστική και επεκτατική πολιτική των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής και υπονομευόταν ο απελευθερωτικός, αντιιμπεριαλιστικός αγώνας των λαών. Η χρουστσιοφική «ειρηνική συνύπαρξη», όχι μόνο σαν ιδεολογία, αλλά και σαν πρακτική πολιτική γραμμή, υποκινούσε τους λαούς, ιδιαίτερα τα νεοσύστατα κράτη της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής κ.λπ., να σβήσουν τις «εστίες του πολέμου», να επιδιώξουν την προσέγγιση και τη συμφιλίωση με τον ιμπεριαλισμό, να επωφεληθούν από τη «διεθνή συνεργασία» για την «ανάπτυξη σε ειρήνη» της οικονομίας τους κ.λπ. Η γραμμή αυτή με άλλα λόγια, με άλλες διατυπώσεις και ορολογίες ήταν η ίδια η γραμμή που κήρυσσε ο Μπράουντερ ότι η πλούσια Αμερική, στις συνθήκες της «ειρηνικής συνύπαρξης» μεταξύ των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής και της Σοβιετικής Ένωσης, μπορούσε να βοηθήσει όλο τον κόσμο να ανορθωθεί και να προοδεύσει. 

Ήταν η ίδια γραμμή που κήρυσσε και εφάρμοζε ο Τίτο στη Γιουγκοσλαβία, που είχε ανοίξει τις θύρες της χώρας στις βοήθειες, στις πιστώσεις των αμερικάνικων κεφαλαίων. Ήταν η ίδια επιθυμία του Μάο Τσε Τουνγκ και των άλλων μαοϊκών ηγετών να οικοδομήσουν την Κίνα με τις αμερικάνικες βοήθειες, αλλά που οι περιστάσεις και τα διάφορα γεγονότα τον είχαν εμποδίσει μέχρι τότε.
Και η Σοβιετική Ένωση δεν μπορεί να αποφύγει τις αμερικάνικες βοήθειες και τις βοήθειες των άλλων δυτικών χωρών, έτσι καθώς δεν μπορούν να τις αποφύγουν ούτε οι τιτοϊκοί και τώρα ούτε οι μαοϊκοί. Η συσσωμάτωση της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων συνδεδεμένων μ' αυτή ρεβιζιονιστικών χωρών στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις. Οι χώρες αυτές έγιναν από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς του δυτικού κεφαλαίου. Τα χρέη τους, από όσα δίνονται στη δημοσιότητα, υπολογίζονται σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολλάρια. Κάποτε, εξ αιτίας των συγκυριών που δημιουργούνται, όπως τώρα εξ αιτίας των γεγονότων στο Αφγανιστάν, η διαδικασία αυτή βραδύνει, αλλά ποτέ δεν σταματάει. Τα καπιταλιστικά συμφέροντα των δύο πλευρών είναι τόσο μεγάλα, που σε ιδιαίτερες καταστάσεις βγαίνουν πάνω από όλες τις προστριβές, τους ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις.

Τη θέση τους σχετικά με την «ειρηνική συνύπαρξη» οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές τη χρησιμοποίησαν όχι μόνο να νομιμοποιήσουν την πολιτική τους υποχωρήσεων και συμβιβασμών απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Η γραμμή τους χρησίμευσε και χρησιμεύει και σαν προσωπείο για να καλύψουν την επεκτατική πολιτική του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, να χαλαρώσουν την επαγρύπνηση και την αντίσταση των λαών μπροστά στα ιμπεριαλιστικά και ηγεμονιστικά σχέδια των σοβιετικών ρεβιζιονιστών ηγετών. Η θέση σχετικά με την «ειρηνική συνύπαρξη» ήταν έκκληση που οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές έκαναν στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές να μοιράσουν και να κυριαρχήσουν από κοινού τον κόσμο.
Η χρουστσιοφική ρεβιζιονιστική γραμμή έδωσε χέρι στον ιμπεριαλισμό και την αντίδραση να επωφεληθούν της κατάστασης για να εξαπολύσουν ολόπλευρη επίθεση κατά του κομμουνισμού. Σ' αυτή τη νέα εκστρατεία κατά της επανάστασης και του σοσιαλισμού χρησίμευσαν ιδιαίτερα και οι επιθέσεις και οι συκοφαντίες των χρουστσιοφικών ρεβιζιονιστών ενάντια στο Στάλιν και το έργο του.

Οι χρουστιοφικοί ρεβιζιονιστές πολέμησαν το Στάλιν για να δικαιολογήσουν την αντιμαρξιστική γραμμή που άρχισαν να ακολουθούν μέσα και έξω από τη χώρα. Χωρίς να απαρνηθούν το έργο του Στάλιν δεν μπορούσαν να απαρνηθούν τη δικτατορία του προλεταριάτου και να μεταμορφώσουν τη Σοβιετική Ένωση σε αστικό - καπιταλιστικό κράτος, δεν μπορούσαν να έρθουν σε παζαρέματα με τον ιμπεριαλισμό. Αυτός είναι και ο λόγος που η εκστρατεία καταπολέμησης του Στάλιν έγινε με κατηγορίες που δανείστηκαν από το οπλοστάσιο της ιμπεριαλιστικής και τροτσκιστικής προπαγάνδας που παρουσίαζαν το παρελθόν της Σοβιετικής Ένωσης σαν περίοδο «μαζικών αντιποίνων» και το σοσιαλιστικό σύστημα σαν «κατάπνιξη της δημοκρατίας», σαν «δικτατορία όμοια μ' αυτή του Ιβάν του Τρομερού» κλπ.
Ωστόσο, παρά τις επιθέσεις και τις συκοφαντίες των ιμπεριαλιστών, των ρεβιζιονιστών και των άλλων εχθρών της επανάστασης, το όνομα και το έργο του Στάλιν είναι και παραμένουν αθάνατα. Ο Στάλιν ήταν μεγάλος επαναστάτης, επιφανής θεωρητικός και συγκαταλέγεται πλάι στους Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν.

Η ζωή απέδειξε και καθημερινά αποδείχνει την ορθότητα των αναλύσεων και των θέσεων του Κόμματος Εργασίας Αλβανίας απέναντι στο χρουστιοφικό ρεβιζιονισμό. Στη Σοβιετική Ένωση συντρίφτηκε ο σοσιαλισμός και παλινορθώθηκε ο καπιταλισμός, ενώ στο διεθνή στίβο οι θέσεις και οι ενέργειες της σοβιετικής ηγεσίας αποκάλυψαν όλο και πιο πολύ το σοσιαλιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Σοβιετικής Ένωσης, την αντιδραστική της ιδεολογία μεγάλης δύναμης. Έτσι, ο χρουστσιοφικός ρεβιζιονισμός έγινε όχι μόνο η ιδεολογία της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και της υπονόμευσης της επανάστασης και του απελευθερωτικού αγώνα των λαών, αλλά και ιδεολογία της σοσιαλιμπεριαλιστικής επίθεσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: