Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

Ένβερ Χότζα: Ο Ευρωκομμουνισμός Είναι Αντικομμουνισμός: Μέρος Β

ΙΙ
Ο ΕΥΡΩΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ - ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟ







Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός, όπως είπαμε πιο πάνω, γεννήθηκε από την περίοδο όξυνσης της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Έγινε σύμμαχος της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού και ένωσαν τις προσπάθειες τους για να συγκρατήσουν και να αποτρέψουν το μεγάλο κύμα των προλεταριακών επαναστάσεων, των εθνικοαπελευθερωτικών αγώνων και του λαϊκού δημοκρατικού και αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Και σαν τέτοιος, ο καινούριος ρεβιζιονισμός δεν μπορούσε να μην προσλάβει διάφορες μορφές και όψεις, να χρησιμοποιεί μεθόδους και τακτικές που να αρμόζουν στις ανάγκες του κεφαλαίου κάθε χώρας. Προσέλαβε τη μεγαλύτερη ανάπτυξη του και διάδοση στο κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα μετά την εμφάνιση στη σκηνή του χρουστσιοφικού ρεβιζιονισμού.

Για την αστική τάξη και τον ιμπεριαλισμό, η προδοσία που συνέβηκε στη Σοβιετική Ένωση, ήταν ανυπολόγιστη βοήθεια στις δυσκολότερες γι' αυτούς στιγμές. Αυτό έδωσε τη δυνατότητα στο μεγάλο κεφάλαιο να χτυπήσει τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία και πράξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, να προκαλέσει αμφιβολίες σχετικά με την επαναστατική στρατηγική του προλεταριάτου και να εκφυλίσει ιδεολογικά και πολιτικά τα κομμουνιστικά κόμματα. Βαρύ ιδεολογικό κλονισμό υπέστησαν κυρίως τα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, που ακολούθησαν την προδοτική γραμμή του Τίτο και του Χρουστσιόφ. Σ' αυτά τα κόμματα είχε προετοιμαστεί από καιρό το έδαφος για να εγκολπωθούν και να προωθήσουν παραπέρα τις χρουστσιοφικές ρεβιζιονιστικές ιδέες και πρακτικές. Ο ιδεολογικός και οργανωτικός εκφυλισμός τους σε διάφορους βαθμούς και μορφές είχε αρχίσει από πριν. Στις γραμμές τους από καιρό εφαρμόζονταν ψευδοεπαναστατικές θεωρίες και πρακτικές.

Οι απαρχές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης
Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου στην Ευρώπη είχαν δημιουργηθεί πολλοί θετικοί παράγοντες, που έκαναν εφικτή και απαραίτητη τη μετατροπή του αντιφασιστικού αγώνα σε βαθιά λαϊκή επανάσταση, Ο φασισμός είχε εξαλείψει όχι μόνο την εθνική ανεξαρτησία των κατεχόμενων χωρών, αλλά και όλες τις δημοκρατικές ελευθερίες, είχε παραχώσει ακόμα και αυτή την αστική δημοκρατία. Γι αυτό ο αγώνας κατά του φασισμού έπρεπε να είναι αγώνας όχι μόνο για την εθνική απελευθέρωση, αλλά και αγώνας για την υπεράσπιση και την ανάπτυξη της δημοκρατίας. Τον αγώνα τους για την επίτευξη και των δύο αυτών στόχων τα κομμουνιστικά κόμματα έπρεπε να τον συνδέσουν με τον αγώνα για σοσιαλισμό.

Στις χώρες της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, τα κομμουνιστικά κόμματα ήξεραν να συνδέσουν τα ζητήματα του αγώνα για ανεξαρτησία και δημοκρατία με τον αγώνα για σοσιαλισμό. Κατάρτισαν και εφάρμοσαν μια πολιτική που οδήγησε στην εγκαθίδρυση των καθεστώτων της νέας λαϊκής δημοκρατίας. Στο μεταξύ τα κομμουνιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης δε φάνηκαν ικανά να εκμεταλλευτούν τις ευνοϊκές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και από τη νίκη επί του φασισμού. Αυτό απέδειχνε ότι δεν είχαν αντιληφθεί και δεν είχαν εφαρμόσει καθώς πρέπει τους προσανατολισμούς του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς [Το Συνέδριο αυτό διεξήγαγε τις εργασίες του από τις 25 Ιούλη μέχρι τις 21 Αυγούστου 1935].Το Συνέδριο παράγγελλε ότι, προβάλλοντας αντίσταση και καταπολεμώντας το φασισμό, σε καθορισμένες συνθήκες, θα δημιουργούνταν και οι δυνατότητες για το σχηματισμό των κυβερνήσεων του ενιαίου μετώπου, που θα ήταν εντελώς διαφορετικές από τις σοδιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Θα χρησίμευαν για το πέρασμα από το στάδιο του αγώνα ενάντια στο φασισμό, στο στάδιο του αγώνα για δημοκρατία και σοσιαλισμό. Αλλά στη Γαλλία και στην Ιταλία ο αγώνας ενάντια στο φασισμό δεν οδήγησε στο σχηματισμό των κυβερνήσεων του τύπου που απαιτούσε η Κομιντέρν. Μετά τη λήξη του πολέμου, εκεί ήρθαν στην εξουσία κυβερνήσεις αστικού τύπου. Η συμμετοχή των κομμουνιστών σ' αυτές δεν άλλαξε το χαρακτήρα τους. Και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο, μέχρι τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, είχε γενικά σωστή γραμμή, δεν μπόρεσε να διορθώσει και να ξεπεράσει τα λάθη, τις αδυναμίες και τις παρεκκλίσεις για ορισμένα προβλήματα, που προέρχονταν, πέρα από τ' άλλα, και από την έλλειψη ρεαλιστικών αναλύσεων των εσωτερικών και εξωτερικών καταστάσεων.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έπαιξε πρώτιστο ρόλο στη δημιουργία του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία. Αυτό το κόμμα ήταν που στο Συνέδριό του στη Νάντ το 1935, έριξε το σύνθημα του Λαϊκού Μετώπου, σύνθημα που είχε γρήγορη απήχηση στις πλατιές μάζες του γαλλικού λαού. Η Κομιντέρν εκτίμησε εξαιρετικά τη δουλειά και τις προσπάθειες του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος για τη δημιουργία του Λαϊκού Μετώπου. Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι αυτό τό κόμμα δεν ήξερε ή δεν μπόρεσε να επωφεληθεί από τις καταστάσεις και να τις εκμεταλλευτεί σε όφελος της εργατικής τάξης.
Το κομμουνιστικό κόμμα μιλούσε ανοιχτά για τον κίνδυνο που διέτρεχε η Γαλλία από τον εσωτερικό και εξωτερικό φασισμό, κατάγγειλε αυτό τον κίνδυνο, κατέβαινε σε διαδηλώσεις, αλλά τα μέτρα για την αποσόβηση του και καθετί άλλο τα περίμενε από τις «νόμιμες» κυβερνήσεις, από τις αστικές κυβερνήσεις, σχηματισμένες και συνδυασμένες από ένα αστικό κοινοβούλιο. Αυτό φάνηκε κατά τη δημιουργία του Λαϊκού Μετώπου, που ήταν επιτυχία για το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, γιατί στις τότε περίπλοκες καταστάσεις, έφραξε το δρόμο στο σχηματισμό φασιστικής κυβέρνησης στη Γαλλία. Η κυβέρνηση του Μπλουμ, αν και έλαβε ορισμένα μέτρα σε όφελος της εργατικής τάξης, παραβίασε ωστόσο και πρόδωσε το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου στην εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Το κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο δε συμμετείχε στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, αλλά την υποστήριζε στο κοινοβούλιο, δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει αυτή τη διαδικασία. Τη θέση του αγώνα των μαζών, των απεργιών, των διαδηλώσεων και των ενεργειών πήραν οι εβδομαδιαίες συναντήσεις, που ο Λεόν Μπλουμ είχε στο σπίτι του με τον Τορέζ και τον Ντυκλό.

Ο πρόεδρος της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου ήταν σοσιαλιστής, και οι σοσιαλιστές καταλάμβαναν πολλές θέσεις στην κυβέρνηση, αλλά ο κυβερνητικός μηχανισμός στο κέντρο και τη βάση παρέμεινε όπως ήταν, ο στρατός έμεινε «la grande muette» ( Γαλλικά - πολύ άλαλος. Εδώ με την έννοια ότι στο στρατό απαγορεύονταν να αναπτύσσεται πολιτική.). Διοικούνταν, όπως και κατά τις προηγούμενες κυβερνήσεις, από την αντιδραστική άστα των αξιωματικών, που αποφοίτησαν στις αστικές στρατιωτικές σχολές, οι οποίες κατάρτιζαν στελέχη για να καταπιέζουν το γαλλικό λαό και να κατακτούν αποικίες, αλλά όχι για να πολεμήσουν το φασισμό και την αντίδραση.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν εξήγαγε συμπεράσματα από τις ενέργειες του, δεν οργανώνονταν για πραγματικό αγώνα ενάντια στο φασισμό και την αντίδραση. Η προπαγάνδα και η διαφώτιση, οι διαδηλώσεις και οι απεργίες που καθοδηγούσε, δεν καναλίζονταν για την απόσπαση της εξουσίας από τα χέρια της αστικής τάξης. Άσχετα που αυτό το κόμμα δεν απαρνιόταν τις βασικές αρχές του μαρξισμού - λενινισμού, η δράση και ο αγώνας του ακούσια και απαρατήρητα προσλάμβαναν τις μορφές ενός αγώνα για μεταρρυθμίσεις, για οικονομικά αιτήματα σε συνδικαλιστικά πλαίσια. Τα συνδικάτα παίζουν φυσικά επαναστατικό ρόλο, όταν καθοδηγούνται σωστά και όταν σ' αυτά δημιουργείται επαναστατική κατάσταση, διαφορετικά το συνδικαλιστικό κίνημα μετατρέπεται σε ρουτίνα συντονισμένη από τους συνδικαλιστές αρχηγούς, με στάσεις πότε ορθές, πότε στάσεις παρέκκλισης, πότε φιλελευθεριστικές, πότε οπορτουνιστικές, αλλά που, στο τέλος τέλος, καταλήγουν σε άκαρπες συνομιλίες και σε συμβιβασμούς με τους πάτρωνες.

Όταν ξέσπασε ο Πόλεμος της Ισπανίας, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα βοήθησε ενεργά, με διαφώτιση και προπαγάνδα και με υλικά αγαθά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας και τον ισπανικό λαό στον αγώνα του ενάντια στο Φράνκο. Έκανε έκκληση για την αποστολή εθελοντών στην Ισπανία, έκκληση στην οποία απάντησαν χιλιάδες κομματικά μέλη και άλλοι γάλλοι αντιφασίστες, από τους οποίους τρεις χιλιάδες έπεσαν μάρτυρες στο ισπανικό έδαφος. Οι κυριότεροι ηγέτες του κόμματος συμμετείχαν άμεσα στον αγώνα ή πήγαιναν σε διάφορες περιπτώσεις στην Ισπανία. Οι περισσότεροι από τους εθελοντές πολλών χωρών που πήγαιναν για τις διεθνείς ταξιαρχίες στην Ισπανία, περνούσαν από τη Γαλλία. Ηταν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα που οργάνωνε τη διέλευση τους.
Στη διάρκεια του Πολέμου της Ισπανίας οι κομμουνιστές και η γαλλική εργατική τάξη απόκτησαν καινούρια πείρα στις μάχες και αυτό προστέθηκε στην παλιά παράδοση των επαναστατικών αγώνων του γαλλικού προλεταριάτου. Αυτό αποτελούσε ένα μεγάλο κεφάλαιο, μια επαναστατική πείρα αποκτημένη στους μετωπικούς ταξικούς αγώνες που οργανώθηκαν ενάντια στην άγρια αντίδραση του Φράνκο, ενάντια στους ιταλούς φασίστες και τους γερμανούς ναζί, καθώς και ενάντια στην ίδια τη γαλλική και την παγκόσμια αντίδραση. Αυτό το επαναστατικό κεφάλαιο έπρεπε να εξυπηρετήσει το κόμμα στις κρίσιμες στιγμές του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και της κατοχής της Γαλλίας, αλλά που στην πραγματικότητα δεν το εκμεταλλεύτηκε.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ξεσκέπασε την πολιτική του Μονάχου, με την οποία οι Νταλαντιέ και οι Μποννέ έκαναν υποχωρήσεις στον Χίτλερ, ξεπουλώντας τα συμφέροντα του τσεχοσλοβάκικου λαού, με σκοπό να στρέψουν τη χιτλερική πολεμική μηχανή ενάντια στη Σοβιετική Ένωση. Το κόμμα αυτό υπεράσπισε χωρίς δισταγμό το γερμανό - σοβιετικό σύμφωνο μη επίθεσης και αντιμετώπισε τις συκοφαντίες και τις διώξεις της αστικής τάξης.Εκανε έκκληση για αντίσταση και ξεσηκώθηκε θαρραλέα στον αγώνα ενάντια στους γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους του Βισύ. Ο αγώνας αυτός που άρχισε με επιχειρήσεις, απεργίες, διαδηλώσεις, σαμποτάζ, διευρύνονταν συνεχώς. Οι FT P (Francs Tireurs et Partisans- γαλλικές παρτιζάνικες δυνάμεις υπό την καθοδήγηση του ΓΚΚ) , που συγκροτήθηκαν από το κομμουνιστικό κόμμα, ήταν οι μόνοι σχηματισμοί που πολεμούσαν τους κατακτητές, ενώ τα reseaux(Γαλλικά-δίχτυα)του Ντε Γκωλ, δεν ήταν παρά, όπως δείχνει και η ίδια η λέξη, δίχτυα μυστικής υπηρεσίας για να συγκεντρώνουν στρατιωτικές πληροφορίες χρήσιμες για τους συμμάχους. Και ενώ οι γκωλικοί έκαναν έκκληση να περιμένουν πρώτα την απόβαση, μετά να περνούσαν σε επιχειρήσεις, το κομμουνιστικό κόμμα αγωνιζόταν με ανδρεία για την απελευθέρωση της χώρας.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στον αγώνα απελευθέρωσης οργάνωσε και ανέπτυξε την αντίσταση ενάντια στους καταχτητές, προσπάθησε και κάτι έκαμε σχετικά με το αντιφασιστικό μέτωπο. Ωστόσο, όπως έδειξαν και τα γεγονότα, δεν είχε μελετήσει και δεν είχε προγραμματίσει την κατάληψη της εξουσίας, ή και αν την προγραμμάτισε, την εγκατέλειψε.


Αυτό το μαρτυρεί και το γεγονός ότι στη διάρκεια του πολέμου, το κόμμα συγκρότησε πολλές επιτροπές εθνικής απελευθέρωσης, αλλά δεν αφιέρωσε προσοχή και δεν έλαβε κανένα μέτρο ώστε οι επιτροπές αυτές να καθιερωθούν σαν πυρήνες της νέας εξουσίας. Οι παρτιζάνικοι σχηματισμοί έμειναν από την αρχή και μέχρι τέλους μικροί και χωρίς οργανική σύνδεση μεταξύ τους. Ποτέ το κόμμα δεν έθεσε το ζήτημα της συγκρότησης μεγάλων σχηματισμών, ενός πραγματικού εθνικοαπελευθερωτικού στρατού.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα συνέχισε αντιφασιστικό αγώνα, τον οποίο καθοδηγούσε το ίδιο, αλλά δεν μετέτρεψε αυτό τον αγώνα σε επαναστατικό αγώνα όλου του λαού. Και όχι μόνο τόσο, αλλά το βρήκε βολικότερο και πιο «επαναστατικό» να παρακαλούσε τον Ντε Γκωλ να δεχτεί στην Επιτροπή «Ελεύθερη Γαλλία» έναν αντιπρόσωπο του. Όλο αυτό σήμαινε: «Κύριε Ντε Γκωλ, σας παρακαλώ, δεχτείτε και μένα στην επιτροπή σας». Αυτό σήμαινε: «Κύριε Ντε Γκωλ, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και οι παρτιζάνικες δυνάμεις τίθενται κάτω από την αρχηγία σου και της Επιτροπής «Ελεύθερη Γαλλία»». Αυτό σήμαινε: «Κύριε Ντε Γκωλ, εμείς οι κομμουνιστές δεν έχουμε κατά νου να διεξάγουμε κανένα είδος επανάσταση και ούτε να πάρουμε την εξουσία, θέλουμε μόνο στη μελλοντική Γαλλία να παίζεται το παλιό παιγνίδι των κομμάτων, το «δημοκρατικό» παιγνίδι, και στη μελλοντική κυβέρνηση, ανάλογα με τους ψήφους, να συμμετάσχουμε και εμείς».

Και ενώ οι γάλλοι κομμουνιστές ενεργούσαν κατ' αυτό τον τρόπο, η αστική τάξη προετοίμαζε και οργάνωνε τις δυνάμεις για να βάλει στα χέρια της την εξουσία που θα την έπαιρνε όταν οι άγγλο - αμερικάνοι σύμμαχοι θα αποβιβάζονταν στη Γαλλία. Η Εθνική Επιτροπή, που ίδρυσε και καθοδηγούσε η ομάδα του Ντε Γκωλ στο Λονδίνο και που μετασχηματίσθηκε σε κυβέρνηση στο Αλγέρι, θα ήταν η πιο κατάλληλη δύναμη να πάρει αυτή την εξουσία. Ασφαλώς, αυτό θα το πραγματοποιούσε μαζί με τις εσωτερικές δυνάμεις που είχε προετοιμάσει και είχε κινητοποιήσει η μπουρζουαζία, από κοινού με τον παλιό στρατό, υπό τη διοίκηση των στρατηγών, οι οποίοι, αφού είχαν υπηρετήσει στον Πεταίν, είχαν μπει στην υπηρεσία του Ντε Γκωλ, όταν ήταν πια ολοφάνερο ότι το γερμανικό καράβι βούλιαζε.

Αυτή ήταν επικίνδυνη κατάσταση, την οποία το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν την έκρινε και δεν την εκτίμησε σωστά, ή δεν βάθυνε στο πρόβλημα. Φοβήθηκε μήπως συμβούν μπερδέματα με τις συμμαχικές δυνάμεις που αποβιβάστηκαν, φοβήθηκε τον Ντε Γκωλ και τις συσπειρωμένες γύρω του δυνάμεις, φοβήθηκε λοιπόν τον εμφύλιο πόλεμο και προπαντός τον πόλεμο με τους Αγγλο - αμερικάνους.

Το κομμουνιστικό κόμμα λησμόνησε το παράδειγμα των ηρωικών Κομμουνάρων, οι οποίοι, πολιορκημένοι από τα γερμανικά στρατεύματα του Βίσμαρκ, ξεσηκώθηκαν κατά των Βερσαλλικών, «έκαναν έφοδο στους ουρανούς», όπως έλεγε ο Μαρξ, και δημιούργησαν την Κομμούνα του Παρισιού. « Έπρεπε να υπολογιστούν οι δυνάμεις», μπορεί να λένε οι θεωρητικολόγοι για να δικαιολογήσουν αυτό το μοιραίο λάθος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Και βέβαια, οι δυνάμεις έπρεπε να υπολογιστούν. Αλλά, εφόσον οι Κομμουνάροι, χωρίς κόμμα, χωρίς οργάνωση, χωρίς δεσμούς με την αγροτιά και με το υπόλοιπο μέρος της Γαλλίας, πολιορκημένοι από τις ξένες δυνάμεις κατοχής, επετέθησαν και πήραν την εξουσία, η γαλλική εργατική τάξη, με επικεφαλής το κόμμα της, σφυρηλατημένη στις μάχες, φωτισμένη από το μαρξισμό - λενινισμό και έχοντας στον αγώνα της έναν μεγάλο και ισχυρό σύμμαχο όπως τη Σοβιετική Ένωση, μπορούσε, επικεφαλής των εργαζομένων μαζών και των πραγματικών πατριωτών, να πραγματοποιήσει με εκατό φορές μεγαλύτερη επιτυχία το αθάνατο έργο των Κομμουνάρων.

Η ηγεσία του κομμουνιστικού κόμματος, γενικά, φάνηκε νωθρή, αδύναμη να πραγματοποιήσει με τόλμη και ωριμότητα τις προσδοκίες και τους πόθους των κομμουνιστών αγωνιστών και του γαλλικού προλεταριάτου, που αγωνίστηκαν με ηρωισμό και αποφασιστικότητα ενάντια στους χιτλερικούς καταχτητές. Δεν ακολούθησε το μαρξιστικό -λενινιστικό δρόμο, το δρόμο του επαναστατικού αγώνα. Δεν ακολούθησε τα ίχνη των Κομμουνάρων.
Ο αντιφασιστικός αγώνας στην Ιταλία είχε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και ιδιομορφίες του, αλλά οι στόχοι που είχε βάλει η ηγεσία του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, οι ταλαντεύσεις και οι υποχωρήσεις της είναι παρόμοια μ' αυτά του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Με την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος βρισκόντουσαν στη Γαλλία. Και όλοι σχεδόν έπεσαν στα χέρια της αστυνομίας. Ανάμεσα τους ήταν και ο ίδιος ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Παλμίρο Τολιάττι, ο οποίος, μόλις αποφυλακίστηκε, το Μάρτη του 1941, έφυγε στη Σοβιετική Ένωση.

Παρ' όλο που το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα τήρησε σωστή στάση απέναντι στον επιθετικό πόλεμο που εξαπέλυσαν οι φασιστικές δυνάμεις και τον καταδίκασε ως ιμπεριαλιστικό και ληστρικό πόλεμο, η δράση του ωστόσο έμεινε περιορισμένη. Όλες οι προσπάθειες αυτού του κόμματος συγκεντρώθηκαν στη δημιουργία ενός συνασπισμού με τα αντιφασιστικά κόμματα εξωτερικού, σε μερικές εκκλήσεις, ψηφίσματα και προπαγανδιστικά έντυπα.

Το Μάρτη του 1943, σε διάφορες περιοχές, το κόμμα, το οποίο από τα μέσα του 1942 είχε αρχίσει να αναπτύσσει τη δράση του μέσα στη χώρα, κατόρθωσε να οργανώσει μερικές ισχυρές απεργίες, οι οποίες έδειχναν την άνοδο του αντιφασιστικού λαϊκού κινήματος. Οι απεργίες αυτές επιτάχυναν την εξέλιξη των γεγονότων, που οδήγησαν στην ανατροπή του Μουσσολίνι.

Ο φόβος από την επανάσταση έκανε την ιταλική αστική τάξη και το στέμμα της κυριαρχίας της, το βασιλιά, να καλέσει το 1922 στην εξουσία το Μουσσολίνι. Αυτός επίσης ο φόβος έκανε αυτή και το βασιλιά να διώξουν από την εξουσία το Μουσσολίνι τον Ιούλη του 1943.
Η ανατροπή του Μοσσουλίνι έγινε με πραξικόπημα της ιθύνουσας κάστας. Το πραξικόπημα ήταν έργο του βασιλιά, του Μπαντόλιο και των άλλων ιεραρχών του φασισμού. Βλέποντας την αναπόφευκτη ήττα της Ιταλίας, ήθελαν να προλάβουν έτσι τον κίνδυνο του ξεσηκωμού της εργατικής τάξης και του ιταλικού λαού στον αγώνα και την επανάσταση, που δε θα ανέτρεπε μόνο το φασισμό και τη μοναρχία, αλλά θα έβαζε σε κίνδυνο την ίδια την κυριαρχία της ιταλικής μπουρζουαζίας σαν τάξη.

Το κίνημα της αντίστασης του ιταλικού λαού ενάντια στο φασισμό είχε μεγάλη ανάπτυξη ιδιαίτερα μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Στη Βόρεια Ιταλία, που ακόμα ήταν υπό την κατοχή των Γερμανών, με πρωτοβουλία του κόμματος οργανώθηκε ο απελευθερωτικός αγώνας, ο οποίος προσέλκυσε πλατιές μάζες των εργατών, αγροτών και αντιφασιστών διανοουμένων κ.λπ. Συγκροτήθηκαν ταχτικοί και μεγάλοι παρτιζάνικοι σχηματισμοί, τη συντριπτική πλειοψηφία των οποίων καθοδηγούσε το κόμμα.
Παράλληλα με τις παρτιζάνικες μονάδες και τμήματα, στη Βόρεια Ιταλία ιδρύθηκαν, επίσης με πρωτοβουλία του κομμουνιστικού κόμματος, επιτροπές εθνικής απελευθέρωσης. Το Κόμμα αγωνίστηκε να γίνουν οι επιτροπές αυτές νέα όργανα της δημοκρατικής εξουσίας, αλλά στην πραγματικότητα παρέμειναν συνασπισμοί διαφόρων κομμάτων. Αυτό ίσα ίσα δεν επέτρεψε να μετατραπούν σε πραγματικά όργανα της λαϊκής εξουσίας.

Και ενώ στη Βόρεια Ιταλία ο αγώνας του κόμματος διεξαγόταν σε δρόμο γενικά σωστό και μπορούσε να οδηγήσει όχι μόνο στην απελευθέρωση της χώρας, αλλά και στην εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας, στο νότιο τμήμα της και σε εθνικά πλαίσια το κόμμα δεν έθετε καθόλου το ζήτημα της κατάληψης της εξουσίας. Επιδίωκε μόνο το σχηματισμό μιας δυνατής και με κύρος κυβέρνησης και δεν αγωνιζόταν για την ανατροπή της μοναρχίας και του Μπαντόλιο. Το πρόγραμμα του κομμουνιστικού κόμματος, τη στιγμή που στη χώρα υπήρχαν ευνοϊκές συνθήκες να προωθηθεί η επανάσταση, ήταν πρόγραμμα - μίνιμουμ. Το κόμμα ήταν για μια κοινοβουλευτική λύση μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας του αστικού συστήματος. Η μεγαλύτερη αξίωση του ήταν η συμμετοχή στην κυβέρνηση με δύο - τρεις υπουργούς. Μ' αυτό τον τρόπο το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα μπλέχτηκε στους αστικούς πολιτικούς συνδυασμούς και έκανε τη μια μετά την άλλη υποχωρήσεις χωρίς αρχές. Στα πρόθυρα της απελευθέρωσης της χώρας διέθετε μεγάλη πολιτική και στρατιωτική δύναμη την οποία δεν μπόρεσε ή δε θέλησε να την εκμεταλλευτεί και αφοπλίστηκε θεληματικά μπροστά στην αστική τάξη. Παραιτήθηκε από τον επαναστατικό δρόμο και μπήκε στον κοινοβουλευτικό δρόμο, που σταδιακά μετασχημάτισε αυτό το κόμμα από κόμμα της επανάστασης, σε αστικό κόμμα της εργατικής τάξης για κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.

Όσο για την Ισπανία, πρέπει να πούμε ότι οι οδηγίες του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς είχαν μεγαλύτερα αποτελέσματα απ' ό,τι στη Γαλλία και στην Ιταλία. Η αποτελεσματικότητα τους έγινε καλύτερα αισθητή ιδιαίτερα στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Αρχικά οι κομμουνιστές δε συμμετείχαν στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, αλλά της στάθηκαν συμπαραστάτες. Ωστόσο, το κομμουνιστικό κόμμα επέκρινε την κυβέρνηση για διστακτικότητα και ζητούσε απ' αυτή να λάβει μέτρα ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο, ενάντια στη δράση που ανέπτυσσαν οι φασίστες, ιδιαίτερα η κάστα των αξιωματικών, οι οποίοι αποτελούσαν τότε τον άμεσο κίνδυνο.

Στις 17 Ιούλη του 1936 ξέσπασε το «προνουντσιαμέντο» των φασιστών στρατηγών. Η συνωμοσία των φασιστών ήταν καλά συντονισμένη. Είχαν ενεργήσει κάτω από τη μύτη της κυβέρνησης της αριστεράς και των τοπικών αρχών που εγκαθιδρύθηκαν από μια κυβέρνηση, η οποία είχε βγει από τον συνασπισμό του Λαϊκού Μετώπου. Σ' αυτό τον κίνδυνο αντιτάχθηκαν όλες οι αντιφασιστικές δυνάμεις. Το Νοέμβρη σχηματίστηκε η κυβέρνηση με επικεφαλής τον Λάργκο Καμπαλιέρο, στην οποία μπήκαν και δύο κομμουνιστές υπουργοί. Δημιουργήθηκε έτσι ενιαίο μέτωπο για την υπεράσπιση, ακόμη και ένοπλα, της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση έδωσε αυτονομία στους Βάσκους, δήμευσε σε όφελος των φτωχών αγροτών τη γη των φασιστών και εθνικοποίησε όλη την περιουσία τους.

Το κομμουνιστικό κόμμα έκανε εξ αρχής έκκληση στην εργατική τάξη και το λαό για αντίσταση. Όμως το κομμουνιστικό κόμμα δεν αρκέστηκε σε εκκλήσεις, πέρασε σε επιχειρήσεις. Τα μέλη του κόμματος μπήκαν στους στρατώνες, εκεί όπου ήταν οι στρατιώτες, για να τους διευκρινίσουν την κατάσταση, να τους πουν ποιοι είναι οι φασίστες και τι κίνδυνο αποτελούν για τους εργάτες, τους αγρότες, το λαό.
Στην πρωτεύουσα της Ισπανίας, Μαδρίτη, το φασιστικό πραξικόπημα απέτυχε.

Σε άλλες πόλεις ο λαός και κυρίως η εργατική τάξη, επετέθηκαν ενάντια στις στρατιωτικές μονάδες που είχαν στασιάσει κατά της Δημοκρατίας και τις παρέλυσαν. Στην Αστουρία ο αγώνας των μεταλλωρύχων ενάντια στα φασιστικά στρατεύματα συνεχίστηκε ένα μήνα και αυτή η περιοχή έμεινε στα χέρια του λαού. Οι φασίστες δεν μπόρεσαν να περάσουν. Το ίδιο συνέβηκε και στη Βασκική περιοχή και σε πολλά μέρη της Ισπανίας.

Τις πρώτες μέρες του Αυγούστου φάνηκε ότι οι φασίστες στρατηγοί είχαν πάρει τον κατήφορο, και η ήττα θα ήταν ολοσχερής, αν δεν έρχονταν αμέσως σε βοήθεια τους τα στρατεύματα της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας, και μαζί μ' αυτά και τα στρατολογημένα στρατεύματα στο ισπανικό Μαρόκο, καθώς και τα στρατεύματα που έστειλε η φασιστική Πορτογαλία.

Σε μια χώρα όπου ο στρατός διευθυνόταν από μια παλιά κάστα αντιδραστικών, βασιλοφρόνων και φασιστών αξιωματικών, οι τύχες του τόπου δεν μπορούσαν να στηριχτούν στο στρατό, ένα μέρος του οποίου ακολούθησε τους φασίστες στρατηγούς, ενώ το άλλο διαλυόταν. Γι' αυτό, το κομμουνιστικό κόμμα έκανε έκκληση για τη συγκρότηση ενός νέου στρατού, ενός λαϊκού στρατού. Οι κομμουνιστές βάλθηκαν να δημιουργήσουν αυτό το στρατό και σύντομα κατόρθωσαν να συγκροτήσουν το πέμπτο σύνταγμα στρατού. Πάνω στη βάση αυτού του συντάγματος, που κατά τον Πόλεμο της Ισπανίας πήρε μεγάλη φήμη, συγκροτήθηκε ο λαϊκός στρατός της Ισπανικής Δημοκρατίας.

Η αποφασιστική στάση του κομμουνιστικού κόμματος ενάντια στη φασιστική επίθεση, το παράδειγμα θάρρους που έδωσε μπαίνοντας επικεφαλής των μαζών για να μην επιτρέψει το φασισμό να περάσει, το παράδειγμα που έδωσαν τα μέλη του, από τα οποία το 60 τα εκατό στάλθηκαν στα διάφορα μέτωπα του πολέμου, ανέβασε πολύ το κύρος και το γόητρο του κόμματος στις μάζες του λαού.

Ένα κόμμα μεγαλώνει, αποχτάει κύρος και γίνεται ηγέτης των μαζών, όταν έχει ξεκάθαρη γραμμή και όταν ρίχνεται με τόλμη στην πάλη για την εφαρμογή της. Τέτοιο κόμμα έγινε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Από την αρχή της φασιστικής εξέγερσης του Ιούλη του 1936 και μέχρι τα τέλη της ίδιας χρονιάς, το κομμουνιστικό κόμμα τριπλασίασε τον αριθμό των μελών του. Και παρ' ολο που οι άνθρωποι έμπαιναν τότε στο κόμμα να δώσουν τη ζωή τους και όχι να ρίξουν ψήφους στις κάλπες, ποτέ και κανείς, ούτε το λεγόμενο κομμουνιστικό κόμμα του Καρρίγιο, ούτε τα άλλα ρεβιζιονιστικά κόμματα που άνοιξαν όλες τις θύρες τους για να μπαίνει σ' αυτά όποιος θέλει, λαϊκός είναι ή κληρικός, εργάτης ή αστός, δεν μπορεί να μιλήσει για τέτοια αύξηση κύρους και επιρροής του, όπως αυτή που πέτυχε το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας την εποχή του εμφύλιου πολέμου.
Ο πόλεμος της Ισπανίας πήρε τέλος στις αρχές του 1939 με την εξάπλωση της κυριαρχίας του Φράνκο σε όλη τη χώρα. Σ' αυτό τον πόλεμο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας δεν φείστηκε τις προσπάθειες και τις δυνάμεις του για να κατανικήσει το φασισμό. Αν ο τελευταίος νίκησε, αυτό, πέρα από τους διάφορους εσωτερικούς παράγοντες, οφείλεται κυρίως στην επέμβαση του ιταλικού και γερμανικού φασισμού, καθώς και στη συνθηκόλογη πολιτική της «μη επέμβασης» των δυτικών δυνάμεων έναντι των φασιστών επιδρομέων.
Πολλά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας έδωσαν τη ζωή τους στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου. Άλλοι έπεσαν θύματα της φρανκικής τρομοκρατίας. Χιλιάδες και χιλιάδες άλλους τους ρίξανε στις φυλακές, όπου βασανίστηκαν ολόκληρα χρόνια ή πέθαναν εκεί. Η τρομοκρατία που ξέσπασε στην Ισπανία μετά τη νίκη των φασιστών ήταν εξαιρετικά άγρια.

Οι ισπανοί δημοκράτες, που μπόρεσαν να γλιτώσουν από τα στρατόπεδα και τις συλλήψεις, πήραν μέρος στη γαλλική αντίσταση και αγωνίστηκαν με ανδρεία, ενώ οι ισπανοί δημοκράτες, που είχαν πάει στη Σοβιετική Ένωση, εντάχθηκαν στις γραμμές του Κόκκινου Στρατού και πολλοί απ' αυτούς έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας το φασισμό.

Αν και σε εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, οι κομμουνιστές συνέχισαν τον ανταρτοπόλεμο και τη διοργάνωση της αντίστασης και μέσα στην Ισπανία. Η πλειοψηφία τους έπεσαν στα χέρια της φρανκικής αστυνομίας και καταδικάστηκαν σε θάνατο.
Ο Φράνκο έπληξε βαριά την επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών της Ισπανίας και αυτό είχε αρνητικές συνέπειες για το κομμουνιστικό κόμμα. Αφού οι πιο γεροί, οι πιο καταρτισμένοι ιδεολογικά, οι πιο αποφασιστικοί και οι πιο γενναίοι, έπεσαν πολεμώντας ή από τη φασιστική τρομοκρατία, στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας υπερίσχυσε και άσκησε την αρνητική και καταστρεπτική επιρροή του το δειλό μικροαστικό και διανοητικό στοιχείο, όπως ο Καρρίγιο και συντροφιά. Αυτοί μετέτρεψαν σταδιακά το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας σε οπορτουνιστικό και ρεβιζιονιστικό κόμμα.

Η ένωση με τους χρουστσιοφικούς ρεβιζιονιστές στην καταπολέμηση του μαρξισμού – λενινισμού και της επανάστασης

Οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν στη Δυτική Ευρώπη μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ευνόησαν ακόμα περισσότερο την παγίωση και τη διάδοση εκείνων των εσφαλμένων και οπορτουνιστικών απόψεων που από πριν υπήρχαν στις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, ενθάρρυναν ακόμα πιο πολύ το πνεύμα των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών τους με την αστική τάξη.

Τέτοιοι παράγοντες, πέρα από τ' άλλα, ήταν και η κατάργηση των φασιστικών νόμων και των άλλων εξαναγκαστικών και περιοριστικών μέτρων που η ευρωπαϊκή αστική τάξη είχε υιοθετήσει από τις πρώτες μέρες μετά το θρίαμβο της Οκτωβριανής Επανάστασης και μέχρι την έκρηξη του πολέμου, με σκοπό να συγκρατήσει την άνοδο της επαναστατικής ορμής της εργατικής τάξης για να εμποδίσει την πολιτική οργάνωση της και να σταματήσει τη διάδοση της μαρξιστικής ιδεολογίας.

Η αποκατάσταση λίγο πολύ σε πλατιά κλίμακα της αστικής δημοκρατίας, όπως ήταν: η πλήρης νομιμοποίηση όλων των πολιτικών κομμάτων, με εξαίρεση των φασιστικών η ανεμπόδιστη συμμετοχή τους στην πολιτική και ιδεολογική ζωή της χώρας· η παροχή των δυνατοτήτων σ' αυτά τα κόμματα για δραστήρια συμμετοχή στις εκλογικές καμπάνιες, που τώρα διεξάγονταν με βάση μερικών νόμων λιγότερο περιοριστικών, για την έγκριση των οποίων οι κομμουνιστές και οι άλλες προοδευτικές δυνάμεις είχαν διεξάγει μακρό αγώνα, όλα αυτά δημιούργησαν στις ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων πολλές ρεφορμιστικές αυταπάτες. Άρχισε να ριζώνει σ' αυτές η αντίληψη ότι ο φασισμός τώρα πήρε τέλος μια για πάντα, ότι η μπουρζουαζία όχι μόνο δεν είναι πια σε θέση να περιορίσει τα δημοκρατικά δικαιώματα των εργαζομένων, αλλά θα είναι υποχρεωμένη να τα αναπτύξει πιο πέρα. Άρχισαν να νομίζουν ότι οι κομμουνιστές, βγαίνοντας από τον πόλεμο ως πολιτική, οργανωτική και κινητοποιός δύναμη με μεγαλύτερη επιρροή και η ισχυρότερη του έθνους, θα υποχρέωναν την αστική τάξη να βαδίσει στο δρόμο της διεύρυνσης της δημοκρατίας και να επιτρέπει όλο και πιο πολύ τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διακυβέρνηση της χώρας, ότι διαμέσου των εκλογών και του κοινοβουλίου θα έχουν τη δυνατότητα να πάρουν ειρηνικά την εξουσία και μετά να περάσουν στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Τη συμμετοχή δύο - τριών κομμουνιστών υπουργών στις μεταπολεμικές κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας, οι ηγεσίες αυτές τη θεώρησαν όχι σαν το μέγιστο των τυπικών παραχωρήσεων που έκανε η αστική τάξη, αλλά σαν την απαρχή μιας διαδικασίας που ανερχόταν συνεχώς, μέχρι το σχηματισμό μιας κυβέρνησης αποτελούμενης αποκλειστικά από κομμουνιστές.

Στη διάδοση των οπορτουνιστικών και ρεβιζιονιστικών ιδεών στα κομμουνιστικά κόμματα άσκησε μεγάλη επιρροή και η ανάπτυξη της οικονομίας μεταπολεμικά στη Δύση. Η Δυτική Ευρώπη ήταν πράγματι καταστραμμένη από τον πόλεμο, αλλά η ανόρθωση της έγινε σχετικά γρήγορα. Τα αμερικάνικα κεφάλαια που εισέρρευσαν στην Ευρώπη με το «Σχέδιο Μάρσαλ» έκαναν δυνατό να ανοικοδομηθούν τα εργοστάσια, οι φάμπρικες, οι μεταφορές, η γεωργία και να διευρύνουν εντατικά την παραγωγή τους. Η ανάπτυξη αυτή άνοιξε πολλές θέσεις εργασίας και όχι μόνο απορρόφησε για μακρά περίοδο τις διαθέσιμες εργατικές δυνάμεις, αλλά και δημιούργησε και κάποια ανεπάρκεια εργατικών χεριών.

Η κατάσταση αυτή, που έφερε στην αστική τάξη σημαντικά υπερκέρδη, της επέτρεψε να ανοίξει λίγο το πουγκί της και να αμβλύνει σε κάποιο βαθμό τις συγκρούσεις της εργασίας. Στον κοινωνικό τομέα, όπως στον τομέα των κοινωνικών ασφαλίσεων, υγείας, παιδείας, στη νομοθεσία της εργασίας κ.λπ., έλαβε ορισμένα μέτρα, για τα οποία η εργατική τάξη είχε κάνει μεγάλο αγώνα. Η καταφανής βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων συγκριτικά με την περίοδο του πολέμου και μάλιστα και με την προπολεμική ,η ταχύρυθμη αύξηση της παραγωγής που ήταν συνέπεια της ανασυγκρότησης της βιομηχανίας και της γεωργίας και της έναρξης της τεχνικής και επιστημονικής επανάστασης, η πλήρης απασχόληση της εργατικής δύναμης άνοιξαν το δρόμο στα αδιαμόρφωτα και οπορτουνιστικά στοιχεία για την άνθηση των απόψεων περί ανάπτυξης χωρίς ταξικές συγκρούσεις του καπιταλισμού, με την αποτροπή των κρίσεων από μέρους του, με την εξάλειψη του φαινομένου της ανεργίας κ.λπ. Επιβεβαιώθηκε για μια ακόμη φορά το μεγάλο δίδαγμα του μαρξισμού - λενινισμού ότι οι περίοδοι της ειρηνικής ανάπτυξης του καπιταλισμού γίνονται πηγή διάδοσης του οπορτουνισμού. Το νέο στρώμα της εργατικής αριστοκρατίας, που μεγάλωσε αρκετά τότε, άρχισε να ασκεί όλο και πιο αρνητική επίδραση στις γραμμές των κομμάτων και στις ηγεσίες τους, διαδίδοντας οπορτουνιστικές και ρεφορμιστικές ιδέες και αντιλήψεις.

Κάτω από την πίεση αυτών των περιστάσεων, τα προγράμματα των κομμουνιστικών κομμάτων περιορίστηκαν όλο και πιο πολύ σε δήμο-κρατικά και ρεφορμιστικά προγράμματα μίνιμουμ, ενώ η ιδέα της επανάστασης και του σοσιαλισμού απομακρυνόταν όλο και περισσότερο. Η μεγάλη στρατηγική του επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας παραχώρησε τη θέση της στη μικρή στρατηγική για τα τρέχοντα, τα εφήμερα ζητήματα, η οποία απολυτοποιήθηκε και έγινε η γενική πολιτική και ιδεολογική γραμμή.

Έτσι, μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τα κομμουνιστικά κόμματα Ιταλίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρετανίας και, αργότερα, και της Ισπανίας, άρχισαν σταδιακά να απομακρύνονται από το μαρξισμό -λενινισμό, να υιοθετούν ρεβιζιονιστικές θέσεις και απόψεις, να μπαίνουν στο δρόμο του ρεφορμισμού. Όταν στο προσκήνιο βγήκε ο χρουστσιοφικός ρεβιζιονισμός, το έδαφος γι' αυτά ήταν κατάλληλο για να τον αγκαλιάσουν ένθερμα και να ενωθούν μαζί του στην καταπολέμηση του μαρξισμού - λενινισμού. Οι αποφάσεις του 20ού Συνεδρίου του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, πέρα από την πίεση της αστικής τάξης και της σοσιαλδημοκρατίας από το εσωτερικό της χώρας, άσκησαν μεγάλη επιρροή σ' αυτά τα κόμματα για να περάσουν ολοκληρωτικά σε αντιμαρξιστικές σοσιαλδημοκρατικές θέσεις.

Οι Ιταλοί ρεβιζιονιστές ήταν οι πρώτοι που αγκάλιασαν τη γραμμή του 20ου Συνεδρίου του ΚΚ της ΣΕ και, αμέσως μετά, ανήγγειλαν πομπώδικα τον λεγόμενο ιταλικό δρόμο μετάβασης στο σοσιαλισμό. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, μόλις ανατράπηκε ο φασισμός, είχε βγει με οπορτουνιστική πολιτική και οργανωτική πλατφόρμα. Από τότε που επέστρεψε στη Νεάπολη από τη Σοβιετική Ένωση, το Μάρτη του 1944, ο Παλμίρο Τολιάττι επέβαλε στο κόμμα τη γραμμή της ταξικής συνεργασίας με την αστική τάξη και με τα κόμματα της. Στην Ολομέλεια του Εθνικού Συμβουλίου του Κόμματος, που συνήλθε τότε, ο Τολιάττι δήλωσε; «Εμείς, σαν στόχο του αγώνα μας δε βάζουμε την κατάληψη της εξουσίας, λόγω των διεθνών και εθνικών συνθηκών θέλουμε μόνο να συντρίψουμε ολοκληρωτικά το φασισμό και να δημιουργήσουμε «μια πραγματικά αντιφασιστική προοδευτική δημοκρατία». Το ΚΚΙ «πρέπει κάθε πρόβλημα να το εξετάζει στο πρίσμα του έθνους, του ιταλικού κράτους»».(P.Spriano, Storia del Partito Comunista Italiano, Torino, 1975, p.308)

Στη Νεάπολη, για πρώτη φορά, ο Τολιάττι έριξε και την ιδέα, ακόμα και την πλατφόρμα κάποιου κόμματος που το αποκάλεσε «νέο κόμμα των μαζών», διαφορετικό στην ταξική σύνθεση, στην ιδεολογία και στην οργανωτική μορφή από το κομμουνιστικό κόμμα λενινιστικού τύπου. Φυσικό ήταν ότι για μια πολιτική συμμαχιών χωρίς αρχές και για μια πολιτική μεταρρυθμίσεων που ζητούσε ο Τολιάττι, χρειαζόταν και ένα ρεφορμιστικό κόμμα, ένα ευρύ και χωρίς σύνορα κόμμα, στο οποίο μπορούσε να μπαινοβγαίνει όποιος θέλει και όποτε θέλει. Μερικά χρόνια αργότερα, κάποιος συνεργάτης του Τολιάττι έγραφε: «Η ιδέα του για μαζικό κόμμα που έχει τις ρίζες στο λαό αποκτά όλη την απαιτούμενη αξία, αν τη συνδέσουμε στενά με την εθνική συνισταμένη του αγώνα των κομμουνιστών. Στόχος τους, στην πραγματικότητα, είναι να πετύχουν βαθιές αλλαγές στην κοινωνία... με μεταρρυθμίσεις».(G.Ceretti, A l’ombre des deux T, Paris 1973, p.52)
Με την απελευθέρωση της χώρας η εργατική τάξη της Ιταλίας έλπιζε σε μια βαθιά κοινωνική δικαιοσύνη, έλπιζε ότι τα πράγματα θα αλλάξουν, ότι θα έλεγε επί τέλους και αυτή το λόγο της. Δε συνέβηκε όμως έτσι κι αυτό το προκάλεσε η οργάνωση και η διεύθυνση της ζωής της χώρας από μέρους των διαφόρων αστικών κομμάτων συμπεριλαμβανομένου και του κομμουνιστικού κόμματος. Για να εξαπατήσουν τις μάζες και να τους δώσουν την εντύπωση ότι ο λόγος τους εισακούεται στη διακυβέρνηση της χώρας, ρυθμίσανε την πολιτική ζωή με κόμματα πλειοψηφίας και κόμματα μειοψηφίας, κόμματα στην εξουσία και κόμματα στην αντιπολίτευση, με όλα τα κοινοβουλευτικά παιγνίδια και ελιγμούς, με όλες τις ψευτιές και τις δημαγωγίες τους.

Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα στην αρχή πήρε κάνα δυο ασήμαντα υπουργεία, που η μεγαλοαστική τάξη του τα έδωσε στα πλαίσια του «δημοκρατικού» παιγνιδιού, ώσπου να παγιώσει τις θέσεις της, να ανασυγκροτήσει το στρατό της, την αστυνομία, όλο το καταπιεστικό της δίκτυο, ώσπου, παρουσία των κομμουνιστών στην κυβέρνηση, να καταστείλει και να παραλύσει κάθε τάση της εργατικής τάξης και του ιταλικού λαού για να ξοφλήσει τους λογαριασμούς με εκείνους που τους εκμεταλλεύτηκαν, τους καταπίεσαν και τους έστειλαν να αρπάξουν τη λευτεριά των άλλων λαών, αφήνοντας τα κόκκαλα των γιων τους από την Αβησσυνία, την Ισπανία, την Αλβανία και μέχρι τη Σοβιετική Ένωση. Αργότερα, το Μάη του 1947, όταν δε τους χρειαζόταν πια, η αστική τάξη πέταξε έξω από την κυβέρνηση τους κομμουνιστές υπουργούς. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος από την επίθεση των εργατών αποφεύχθηκε. Η εργατική τάξη μπήκε στη «σειρά», εντάχτηκε σε διάφορα συνδικάτα ανάλογα με τα χρώματα των κομμάτων και άρχισε έτσι η πάλη για ψήφους, η κοινοβουλευτική πάλη.

Μετά το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, ο Τολιάττι και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα διακήρυξαν δημόσια τις παλιές ρεβιζιονιστικές τους θέσεις. Όχι μόνο επιδοκίμασαν κάθε σήμα φιλελευθερισμού που έρχονταν από τη Μόσχα, αλλά και υπερπηδούσαν και τα στάδια, βάζοντας σε δύσκολες θέσεις και τους ίδιους τους χρουστσιοφικούς ρεβιζιονιστές, τους οποίους το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα άρχισε να τους προβληματίζει.
Στους τολιαττικούς άρεσε η ρεβιζιονιστική γραμμή της «αποσταλινοποίησης», επικρότησαν τους χρουστσιοφικούς που σπίλωσαν τον Στάλιν και τον μπολσεβικισμό, επικρότησαν τη χρουστσιοφική γραμμή της συντριβής των σοσιαλιστικών βάσεων του σοβιετικού κράτους, στάθηκαν υπέρ των ρεβιζιονιστικών μεταρρυθμίσεων και του ανοίγματος προς τα καπιταλιστικά κράτη, προπαντός προς τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Ως ρεβιζιονιστές, οι τολιαττικοί ήταν απόλυτα της ίδιας γνώμης με τους χρουστσιοφικούς για την ειρηνική συνύπαρξη και για την προσέγγιση με τον ιμπεριαλισμό. Αυτό ήταν το παλιό τους όνειρο της συνεργασίας με την αστική τάξη, τόσο σε εθνική όσο και σε διεθνή κλίμακα.
Στο δρόμο που μπήκε το χρουστσιοφικό ρεβιζιονιστικό κόμμα στη Σοβιετική Ένωση, χρειαζόταν την ενότητα και τη φιλία με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, χρειαζόταν τη συμπαράσταση, προπαντός των δύο ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Δύσης, του γαλλικού και του ιταλικού, που ήταν δύο μεγάλα κόμματα και με κάποιο διεθνές κύρος. Γι' αυτό το λόγο οι «εύνοιες» που οι χρουστιοφικοί έδειχναν απέναντι σ' αυτά τα δύο κόμματα ήταν φανερές και μαζί με τις «εύνοιες» έρχονταν και οι μεγάλες χρηματοδοτήσεις στα κρυφά.
Όπως οι χρουστσιοφικοί έσπευσαν να μετατρέψουν τη Σοβιετική Ένωση σε χώρα καπιταλιστική, έτσι και οι τολιαττικοί έσπευσαν να συσσωματωθούν στο ιταλικό καπιταλιστικό καθεστώς. Στην εισήγηση με εντυπωσιακό τίτλο «Ο ιταλικός δρόμος προς το σοσιαλισμό», που εκφώνησε στη σύσκεψη της ΚΕ του ιταλικού ΚΚ, τον Ιούνη του 1956, ο Παλμίρο Τολιάττι παρουσίαζε μια σειρά θέσεις, τόσο πολύ αντικομμουνιστικές, που ο Χρουστσιόφ αναγκάστηκε να του πει να είναι πιο συγκρατημένος και να μην ξεπερνάει τόσο γρήγορα τα όρια.

Ο Τολιάττι έθεσε τότε το ζήτημα της ολοκλήρωσης του σοσιαλισμού στον καπιταλισμό, καθώς και τη θέση της άρνησης του ρόλου του κομμουνιστικού κόμματος ως μοναδικού και απαραίτητου ηγέτη του αγώνα του προλεταριάτου για σοσιαλισμό. Είπε ότι η ώθηση προς το σοσιαλισμό μπορεί να επιτευχθεί και εκεί όπου δεν υπάρχει κομμουνιστικό κόμμα. Οι θέσεις αυτές συνταυτίζονταν απόλυτα με τις θέσεις των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός που οι ιταλοί ρεβιζιονιστές φάνηκαν φλογεροί υποστηριχτές της αποκατάστασης των γιουγκοσλάβων ρεβιζιονιστών. Ο ίδιος ο Τολιάττι σηκώθηκε και πήγε στη Γιουγκοσλαβία να υποκλιθεί στον Τίτο και να τον βοηθήσει να γίνει «δεχτός» στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ο Τολιάττι αντιτάχτηκαν στο να είναι η Μόσχα «μοναδικό κέντρο του διεθνούς κομμουνισμού». Κήρυσσαν τον «πολυκεντρισμό», που επεδίωκε τη δημιουργία ενός νέου ρεβιζιονιστικού συνασπισμού με επικεφαλής το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ο οποίος, αντιπαράτασσα μένος στο σοβιετικό ρεβιζιονιστικό συνασπισμό, θα αύξαινε το κύρος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος στα μάτια της ιταλικής και παγκόσμια αστικής τάξης. Ο Τολιάττι νόμιζε ότι έτσι θα αποκτούσε την εμπιστοσύνη του ιταλικού μονοπωλιακού κεφαλαίου και θα έμπαινε στο χορό του. Ο Χρουστσιόφ είδε τον κίνδυνο της απόσπασης από την κηδεμονία της Μόσχας των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, τόσο των κομμάτων των χωρών που ήταν μέλη του Συμφώνου της Βαρσοβίας, όσο και των χωρών που δεν συμμετείχαν σ' αυτό το σύμφωνο, γι' αυτό προσπάθησε να διαφυλάξει την «ενότητα». Αλλά ο τολιαττικός «πολυκεντρισμός» και η χρουστσιοφική «ενότητα» ήταν αντίθετα και εξωπραγματικά. Ο ρεβιζιονισμός φέρει τη διάσπαση και όχι την ενότητα.

Το τωρινό ρεβιζιονιστικό κόμμα του Τολιάττι, του Λόγκο και του Μπερλίνγκουερ πέρασε μέσα από σκοτεινούς και άδηλους δρόμους. Η γραμμή και οι θέσεις του ήταν βαθιά εμποτισμένες από διανοητιστικές και σοσιαλδημοκρατικές αντιλήψεις. Ο ηγέτης του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Παλμίρο Τολιάττι, εκδήλωνε σε τρόπο κρεσέντο αυτές τις απόψεις ώσπου έφθασε στη διαβόητη «διαθήκη» του που την έγραψε λίγο πριν πεθάνει στη Γιάλτα. Η «διαθήκη» αυτή αποτελεί τον κώδικα του ιταλικού ρεβιζιονισμού, στον οποίο έχουν γενικά τη βάση τους και οι σημερινές απόψεις του ευρωκομμουνισμού.

Μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ, ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός βρήκε και στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα περιβάλλον κατάλληλο για τη διάδοση του. Στην ηγεσία αυτού του κόμματος η ιδέα του κοινοβουλευτισμού, η ιδέα των «συμμαχιών» με τη σοσιαλδημοκρατία και με την αστική τάξη, η ιδέα της πάλης για μεταρρυθμίσεις ήταν από καιρό ριζωμένες. Αυτές οι ιδέες δεν διακηρύσσονταν ανοιχτά όπως τώρα, δηλαδή δεν ανάγονταν σε θεωρία. Την εναντίωση όμως και τον αγώνα κατά του φασισμού, την πάλη για τη διαφύλαξη και την ανάπτυξη της δημοκρατίας, για τη βελτίωση της κατάστασης των εργαζομένων, όλες αυτές τις κατ' αρχήν σωστές ενέργειες, σωστές και σαν τακτική, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν τις συνέδεσε με τον τελικό σκοπό, με τη σοσιαλιστική προοπτική. Για την ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος η προοπτική αυτή ήταν σκοτεινή ή κάτι που γινόταν αποδεχτό σαν θεωρία, αλλά που νόμιζε ότι ήταν απραγματοποίητο στις συνθήκες της Γαλλίας.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, όπως είπαμε, απέφυγε τη μετατροπή του αγώνα για εθνική απελευθέρωση σε λαϊκή επανάσταση, απέφυγε τον ένοπλο αγώνα για την κατάληψη της εξουσίας. Η εργατική τάξη και το κόμμα της έχυσαν αίμα, αλλά για ποιον; Στην πραγματικότητα για τη γαλλική αστική τάξη και τους άγγλο - αμερικάνους ιμπεριαλιστές. Πώς να τον χαρακτηρίσεις αυτό το δρόμο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος; Χωρίς το γάντι: προδοσία απέναντι στην επανάσταση· με το γάντι: οπορτουνιστική, φιλελευθεριστική γραμμή. Η αλήθεια είναι ότι το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δεν μπόρεσαν να το εξαλείψουν ούτε οι γερμανοί κατακτητές και ούτε η αντίδραση, αλλά συνέβηκε το αρνητικό φαινόμενο ώστε με την απελευθέρωση της χώρας οι παρτιζάνικες δυνάμεις, που καθοδηγούνταν από το κόμμα, αφοπλίστηκαν από την αστική τάξη ή, για να ακριβολογούμε, η ίδια η ηγεσία του κόμματος πήρε την απόφαση να «αφοπλιστούν», μια και «η πατρίδα απελευθερώθηκε».

Με την απελευθέρωση της χώρας η αστική τάξη ξαναπήρε την εξουσία, ενώ οι κομμουνιστές έμειναν πέρα από το σοφρά. Προετοιμάστηκε το έδαφος για τον Ντε Γκωλ, ο οποίος διακηρύχθηκε ως σωτήρας του γαλλικού λαού. Για να αποφύγει την αντίσταση και τις απεργίες των απογοητευμένων και αγανακτισμένων εργατών, ο Ντε Γκωλ κάλεσε στην κυβέρνηση το Μορίς Τορέζ και κάνα δυο άλλους κομμουνιστές. Αυτή τη θέση που η αστική τάξη του παραχώρησε κάπου σε μια άκρη του τραπεζιού, το κομμουνιστικό κόμμα την πλήρωσε με το να τηρεί στάσεις που έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα και με τη θέληση της γαλλικής εργατικής τάξης.

Το ένα λάθος φέρνει το άλλο. Μεθυσμένοι από την επιτυχία που σημείωσαν στις εκλογές της 10 Νοέμβρη 1946, οπόταν οι κομμουνιστές και οι σοσιαλιστές κέρδισαν την απόλυτη πλειοψηφία των θέσεων στην Εθνοσυνέλευση, οι ηγέτες του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος μπήκαν ακόμα πιο βαθιά στο δρόμο του ρεφορμισμού. Αυτή ακριβώς την εποχή ο Μορίς Τορέζ έδωσε συνέντευξη στον ανταποκριτή της αγγλικής εφημερίδας «Τimes», όπου έλεγε ότι η ανάπτυξη των δημοκρατικών δυνάμεων στον κόσμο και η εξασθένηση της καπιταλιστικής αστικής τάξης μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κάνουν να προβλέπουμε για τη Γαλλία «... άλλους δρόμους προς το σοσιαλισμό, διαφορετικούς από το δρόμο που ακολούθησαν πριν τριάντα χρόνια οι Ρώσοι κομμουνιστές... Πάντως, ο δρόμος θα είναι διαφορετικός για την κάθε χώρα»(M.Thorez, Fils du peuple, Paris, 1960, p.234).
Ο δρόμος αυτός προς το σοσιαλισμό, για τον οποίο μιλούσε τότε ο Τορέζ, δεν ήταν ίσως ακριβώς ο χρουστσιοφικός δρόμος, η χάραξη του οποίου έγινε αργότερα. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, οι «άλλοι δρόμοι» που αναζητούσε τότε ο Τορέζ, δεν ήταν οι δρόμοι της επανάστασης.

Η γαλλική αστική τάξη και ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός δεν άφησαν το Τορέζ και την ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος να ζήσουν και πολύ με τα όνειρα του κοινοβουλευτικού δρόμου προς το σοσιαλισμό. Δεν πέρασε πολύς καιρός και με ένα απλό διάταγμα του τότε σοσιαλιστή πρωθυπουργού, Ραμαντιέ, πέταξαν τους κομμουνιστές έξω από την κυβέρνηση.

Στη σύσκεψη του Οκτώβρη του 1947, η Κεντρική Επιτροπή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναγκάστηκε να κάνει αυτοκριτική για τις τότε εσφαλμένες θέσεις και ενέργειες της, για τη μη ορθή εκτίμηση των καταστάσεων, του συσχετισμού των δυνάμεων, της πολιτικής του σοσιαλιστικού κόμματος κ.λπ.

Ετσι, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αρχίζοντας από τα τέλη του 1947, άρχισε να βλέπει πιο σωστά μερικά ζητήματα. Ξεσήκωσε την εργατική τάξη σε σημαντικούς ταξικούς αγώνες και σε μεγάλες απεργίες, που είχαν και έντονο πολιτικό χαρακτήρα, όπως ήταν οι απεργίες της περιόδου 1947 - 1948, που κατατρόμαξαν τη γαλλική αστική τάξη. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα εκείνη την εποχή αγωνίστηκε ενάντια στη στρατιωτικοποίηση της Γαλλίας και ενάντια στη φιλοπόλεμη πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Εναντιώθηκε στην εγκατάσταση των αμερικάνικων βάσεων στη Γαλλία και ξεσηκώθηκε ενάντια στους νέους αποικιακούς πολέμους του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Το κόμμα έκανε έκκληση στην εργατική τάξη να αντισταθεί στον αποικιακό πόλεμο στο Βιετνάμ, όχι μόνο με προπαγάνδα, αλλά και με συγκεκριμένες ενέργειες.
Σ' αυτό τον αγώνα η γαλλική εργατική τάξη ανέδειξε από τις γραμμές της ήρωες και ηρωίδες όπως η Ραϊμόντ Ντιεν, η οποία ξάπλωσε πάνω στις σιδηροτροχιές, για να μη περάσει το τραίνο που ήταν φορτωμένο με όπλα για το Βιετνάμ.

Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έλαβε ενεργό μέρος στη διάσκεψη του Πληροφοριακού Γραφείου, που εξέτασε την κατάσταση στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας. Καταδίκασε και ξεσκέπασε αυστηρά την προδοσία του Τίτο και της ομάδας του.
Ωστόσο, μετά το θάνατο του Στάλιν και τον ερχομό στην εξουσία του Χρουστσιόφ, φάνηκαν και πάλι ταλαντεύσεις και παρεκκλίσεις στη γραμμή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και στις στάσεις των ηγετών του. Οι ταλαντεύσεις αυτές εμφανίστηκαν από το 1954 στις στάσεις προς τον απελευθερωτικό αγώνα του αλγερινού λαού.

Τι έκανε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα για να βοηθήσει αυτό τον αγώνα; Διεξήγαγε μόνο προπαγανδιστική εκστρατεία και τίποτε παραπάνω. Ήταν χρέος του να δείξει με έργα το διεθνισμό απέναντι στον απελευθερωτικό αγώνα του αλγερινού λαού, γιατί έτσι θα αγωνιζόταν και γι' αυτή την ελευθερία του γαλλικού λαού. Δεν ενήργησε έτσι, επειδή έκλινε προς θέσεις οπορτουνιστικές και εθνικιστικές. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα το πάει και πιο πέρα. Παρεμπόδισε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Αλγερίας να μπει στον αγώνα. Τα γεγονότα μαρτυρούν ότι, όταν η Αλγερία είχε τυλιχθεί από τη φλόγα του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, οι αλγερινοί κομμουνιστές κάθονταν με σταυρωμένα τα χέρια, ενώ ο γενικός γραμματέας του κόμματος, Λάρβυ Μπουχαλί, έκανε χιονοδρομία και έσπαζε το πόδι του στα βουνά Τάτρα της Τσεχοσλοβακίας.

Όταν ο Χρουστσιόφ και οι χρουστσιοφικοί άρχισαν τη δράση τους για την κατάληψη της εξουσίας και τον καπιταλιστικό εκφυλισμό της Σοβιετικής Ένωσης, όταν στο 20ο Συνέδριο εξαπέλυσαν την επίθεση τους ενάντια στο Στάλιν, φάνηκε ότι το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν γενικά σε αντίθεση με τον χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό και με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Προφανώς, ο Τορέζ και η ηγεσία αυτού του κόμματος έβλεπαν με δυσπιστία τις αλλαγές που συνέβαιναν στη Σοβιετική Ένωση.

Αυτό παρατηρήθηκε στις στάσεις τους προς το ζήτημα του Στάλιν, όταν δεν ενώθηκαν με τις συκοφαντίες του Χρουστσιόφ φάνηκε την εποχή των γεγονότων στην Πολωνία και την Ουγγαρία το 1956, όταν πήραν γενικά σωστές θέσεις.

Αφού όμως ο Χρουστσιόφ και η ομάδα του ξέκαμε το Μολότοφ, τον Μαλένκοφ, τον Καγκάνοβιτς και άλλους, αφού εδραίωσε τις θέσεις του στο κόμμα και το κράτος και αποχαλινώθηκε, φάνηκε ότι η ηγεσία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, με επικεφαλής τον Τορέζ, ταλαντεύτηκε. Από τις αντιχρουστσιοφικές θέσεις της, λίγο λίγο και από υποχώρηση σε υποχώρηση, πέρασε στις θέσεις του Χρουστσιόφ. ' Ηταν μήπως κάτι το τυχαίο, ή ήταν μήπως κάποιο παραπάτημα του Τορέζ; Ήταν μήπως κάποια υποχώρηση του, του Ντυκλό και των άλλων ηγετών μπροστά στις πιέσεις, στους επαίνους και τις κολακείες του Χρουστσιόφ και των άλλων πραξικοπηματικών μεθόδων του; Ασφαλώς, αυτές οι μέθοδοι χρησιμοποιήθηκαν και επέδρασαν στο πέρασμα και μετά στην ασταμάτητη πορεία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος προς το ρεβιζιονισμό. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Τα πραγματικά αίτια πρέπει να αναζητηθούν στο ίδιο το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, στις προηγούμενες θέσεις του, στην εσωκομματική δομή και οργάνωση, στη σύνθεση του και στον εξωτερικό περίγυρο, που άσκησε την πίεση του σ' αυτό το κόμμα.

Η πορεία του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος προς το ρεβιζιονισμό δεν έγινε μέσα σε μια μέρα. Η ποσότητα μετατράπηκε σε ποιότητα μέσα σε σχετικά μακρά περίοδο. Στις ρεβιζιονιστικές θέσεις το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα το έφερε ο ρεφορμιστικός και κοινοβουλευτικός δρόμος, ο δρόμος του «απλωμένου χεριού» του Τορέζ, η λατρεία και οι υποχωρήσεις του απέναντι σε μερικούς διανοούμενους, από τους οποίους ένα μέρος, αφού πρόδωσαν, διαγράφηκαν από το κόμμα· άλλοι έμειναν μέσα στο κόμμα και ανέπτυσσαν την ηττοπάθεια, διαδίδοντας καθελογής θεωρίες, που διαστρέβλωναν το μαρξισμό - λενινισμό. Το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα έζησε περικυκλωμένο από αστικό, ρεβιζιονιστικό, τροτσκιστικό, αναρχικό πολιτικό - ιδεολογικό περίγυρο που χτυπούσε αδιάκοπα τα τείχη του, τα τρυπούσε και προκαλούσε στο κόμμα μεγάλες ζημιές.

Τα μεγάλα διεθνή γεγονότα δημιούργησαν επίσης κλονισμούς στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Η έκδοση της μυστικής έκθεσης του Χρουστσιόφ κατά του Στάλιν, που την εκμεταλλεύτηκαν όλη η ευρωπαϊκή και η παγκόσμια αστική τάξη, προκάλεσε ταραχές και στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Η θέση που πήρε αυτό το κόμμα απέναντι στα γεγονότα στην Ουγγαρία και την Πολωνία προσέκρουσε στην αυστηρή εναντίωση της μεγάλης και της μεσαίας γαλλικής αστικής τάξης, των φιλελεύθερων διανοουμένων, καθώς και των οπορτουνιστών έξω, αλλά και μέσα στο κόμμα.
Τα γεγονότα που συνέβηκαν στη Γαλλία σχετικά με τον πόλεμο στην Αλγερία έκαναν επίσης δυνατό ώστε στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα να βγουν στην επιφάνεια και να επικρατήσουν οι παλιές οπορτουνιστικές απόψεις και θέσεις.

Όλοι μαζί αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, γνωστό κάποτε σαν ένα από τα κόμματα με μεγαλύτερο κύρος, να μετατραπεί σε κόμμα ρεβιζιονιστικό, ρεφορμιστικό, σοσιαλδημοκρατικό. Με ένα λόγο, το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα ξαναγύρισε στις αλλοτινές θέσεις του παλιού σοσιαλιστικού κόμματος, από το οποίο είχε αποσπαστεί, το 1920, στο Συνέδριο της Τουρ.

Το πιο παθιασμένο μεταξύ των ρεβιζιονιστικών κομμάτων που βγήκαν με τη σημαία του ευρωκομμουνισμού είναι το κόμμα του Καρρίγιο. Πώς έγινε που το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας, ένα κόμμα που διακρίθηκε για αποφασιστικές στάσεις την εποχή του Λαϊκού Μετώπου και του εμφύλιου πολέμου, να ενωθεί με τους χρουστσιοφικούς και να φθάσει σε κατάσταση διαφθοράς, εκφυλισμού και προδοσίας, στην οποία βρίσκεται σήμερα; Οι αλλαγές δεν έγιναν και δεν μπορούσαν να γίνουν διαμιάς, χωρίς μακρά διαδικασία κατάπτωσης και εκφυλισμού στις γραμμές του ισπανικού κόμματος και προπαντός στην ηγεσία του.
Τα πρώτα χρόνια μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας και η ίδια η πλειοψηφία των μελών του βρίσκονταν στη Γαλλία, όπου ζούσαν σε κατάσταση κάποιας νομιμότητας. Και η ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση ήταν εξόριστη. Ήταν η εποχή που στις χώρες όπως τη Γαλλία και Ιταλία, οι κομμουνιστές συμμετείχαν ακόμη στην κυβέρνηση. Οι ισπανοί κομμουνιστές άρχισαν να δρουν κι αυτοί όπως οι γάλλοι και οι ιταλοί σύντροφοι τους. Το 1946 στο Παρίσι ανασχηματίστηκε η εξόριστη ισπανική δημοκρατική κυβέρνηση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας έστειλε ως δικό της εκπρόσωπο σ' αυτή την κυβέρνηση τον Σαντιάγκο Καρρίγιο.
Όταν το Μάη του 1947 στη Γαλλία και την Ιταλία πέταξαν έξω από την κυβέρνηση τους κομμουνιστές υπουργούς, η κατάσταση άρχισε να γίνεται δύσκολη και για το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας, για τα στελέχη και τους μαχητές του. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους οι ισπανοί κομμουνιστές διώχθηκαν από την εξόριστη κυβέρνηση. Ξανάρχισαν και πάλι τα μέτρα εναντίον τους, οι αστυνομικές διώξεις, οι συλλήψεις. Οι παρεισδύσεις της γαλλικής και της φρανκικής αστυνομίας στις γραμμές των ισπανών κομμουνιστών και δημοκρατών έγιναν πιο έντονες.

Η παραμονή των κομματικών ηγετών και στελεχών στη Γαλλία και η δράση τους εκεί γινόταν όλο και πιο δύσκολη, γι αυτό και πήραν δρόμο για την Πράγα, το Ανατολικό Βερολίνο και τις άλλες χώρες της λαϊκής δημοκρατίας. Η έξοδος τους προς αυτές τις χώρες συνέπεσε κάπως με την εποχή όταν στη Σοβιετική Ένωση και τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης άρχισε να βγαίνει στην επιφάνεια το χρουστσιοφικό ρεβιζιονιστικό απόβρασμα.

Οι συνεδριάσεις του Πολιτικού Γραφείου και της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος άρχισαν να γίνονται πολύ μακριά από την Ισπανία. Εκείνοι οι κομμουνιστές που είχαν γνωρίσει τη σκληρότητα του εμφύλιου πολέμου και της παράνομης ζωής στην Ισπανία, τις δυσκολίες και τις στερήσεις της εξόριστης ζωής στη Γαλλία, άρχισαν να απολαμβάνουν την πολυτέλεια και την άνεση των κάστρων της Βοημίας και της Γερμανίας, να εξοικειώνονται στις κολακείες, τους επαίνους, αλλά και τις διάφορες πιέσεις των χρουστσιοφικών ρεβιζιονιστών, των απαράτσικων [Υπάλληλοι του κομματικού μηχανισμού] και των πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών. Όπως απέδειξαν τα γεγονότα, η ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας έγινε από τις πιο πειθήνιες και τυφλό όργανο του Νικήτα Χρουστσιόφ και των ανθρώπων της ομάδας του.

Το 1954 συνήλθε το 5ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας. Σ' αυτό το συνέδριο εμφανίστη καν τα πρώτα στοιχεία του ειρηνιστικού πνεύματος και της ταξικής συμφιλίωσης, που λίγο αργότερα θα αποτελούσε την πλατφόρμα του ισπανικού ρεβιζιονισμού και που θα έβρισκε την πιο τέλεια έκφραση του στο υπερρεβιζιονιστικό και προδοτικό έργο του Καρρίγιο.

Υιοθετώντας τον χρουστσιοφικό δρόμο μετάβασης στο σοσιαλισμό με ειρηνικό τρόπο, η Κεντρική Επιτροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ισπανίας, τον Ιούνη του 1956, με την ευκαιρία της 20ης επετείου από τον εμφύλιο πόλεμο, βγήκε με ένα ντοκουμέντο στο οποίο διατυπώνονταν η πολιτική της «εθνικής συμφιλίωσης». Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας εκφραζόταν υπέρ μιας συμφωνίας μεταξύ εκείνων των δυνάμεων που πριν 20 χρόνια βρίσκονταν σε αντίπαλες παρατάξεις και η μια πολεμούσε την άλλη. «Μια πολιτική εκδίκησης, αναφερόταν στη δήλωση, δεν θα εξυπηρετούσε τη χώρα... να βγει από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Η Ισπανία έχει ανάγκη για ειρήνη και συμφιλίωση ανάμεσα στους γιους της...» (C.Colombo. Storia del Partito Comunista Spagnolo, Milano, 1972, p.186-187)

Η εποχή των αποφασιστικών θέσεων των ισπανών κομμουνιστών ενάντια στη δικτατορία του Πρίμο ντε Ριβέρα [Το φασιστικό δικτατορικό καθεστώς του Πρίμο ντε Ριβέρα κυριάρχησε στην Ισπανία την περίοδο 1923 – 1930] και στο «προνουντσιαμέντο» των στρατηγών, θέσεις που είχαν αυξήσει την επιρροή του κομμουνιστικού κόμματος στις μάζες και το είχαν δυναμώσει και σφυρηλατήσει, είχε δύσει πια. Είχε έρθει τώρα η εποχή της γραμμής του πιο χυδαίου οπορτουνισμού, των κολακειών και της δουλοπρέπειας απέναντι στην αστική τάξη και τα κόμματα της, απέναντι στην καθολική εκκλησία και τον ισπανικό στρατό, γραμμή αυτή που θα έβαζε το κόμμα της Ντολόρες Ιμπαρρούρι και του Καρρίγιο στην ίδια μοίρα με τα καθεαυτού σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.
Εμείς δεν γνωρίζαμε τις εσωτερικές οπισθοδρομικές εξελίξεις στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας, αλλά στη Διάσκεψη των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στη Μόσχα, το Νοέμβρη του 1960, όταν το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας ξεσκέπασε ανοιχτά το σύγχρονο ρεβιζιονισμό και ιδιαίτερα το σοβιετικό ρεβιζιονισμό, με επικεφαλής τον προδότη και αποστάτη του μαρξισμού - λενινισμού, Χρουστσιόφ, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας και προσωπικά η Ιμπαρρούρι μας επιτέθηκαν με τον πιο πρόστυχο τρόπο.

Έτσι, όταν επρόκειτο για την προάσπιση του μαρξισμού - λενινισμού, οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας επιτέθηκαν άγρια ενάντια στο Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και υποστήριξαν το Χρουστσιόφ και την ομάδα προδοτών του μαρξισμού - λενινισμού. Ο καιρός απέδειξε ότι το Κόμμα μας Εργασίας ήταν σε σωστό δρόμο, στο μαρξιστικό - λενινιστικό δρόμο, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας, με επικεφαλής την Ιμπαρρούρι, είχε απόλυτα καταταχτεί στο στρατόπεδο των αποστατών και των εχθρών του κομμουνισμού.
Μετά το 1960 στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας γεννήθηκαν έριδες και μεγάλες διαφωνίες, που οδήγησαν στη διάσπαση του κόμματος. Σαν αποτέλεσμα δημιουργήθηκαν δύο ρεβιζιονιστικές, αντι-μαρξιστικές φράξιες; η μια φιλοσοβιετική, με επικεφαλής τονΛίστερ, και η άλλη που ήθελε να ήταν ανεξάρτητη από τη Μόσχα για να υιοθετήσει τη δική της γραμμή που αργότερα πήρε το όνομα ευρωκομμουνισμός. Επικεφαλής της δεύτερης φράξιας ήταν η Ιμπαρρούρι και ο Καρρίγιο.

Η γραμμή του Καρρίγιο ταίριαζε όλο και πιο πολύ με τη γραμμή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και με τη γραμμή του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ταίριαζε επίσης και με τη γραμμή της Ένωσης Γιουγκοσλάβων Κομμουνιστών. Άρχισε έτσι ανάμεσα στον τιτοϊσμό, στο ιταλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα, στο γαλλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα και το ισπανικό ρεβιζιονιστικό κόμμα της Ιμπαρρούρι να αποκρυσταλλώνεται μια ενότητα, όχι ακόμα με οριστικό σχήμα.

Την εποχή που διαμορφωνόταν αυτή η παράταξη των ρεβιζιονιστών της Δυτικής Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένου σ' αυτή και του Τίτο, η οποία επεδίωκε να αποσπαστεί από τη Μόσχα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας του Μάο Τσε Τουνγκ υποδέχτηκε στο Πεκίνο τον Καρρίγιο και είχε μαζί του εγκάρδιες και εμπιστευτικές συνομιλίες. Δεν ανακοινώθηκε ποιο ήταν το περιεχόμενο αυτών των συνομιλιών, αλλά ο καιρός αποδείχνει κιόλας ότι οι κινέζοι ρεβιζιονιστές και οι ισπανοί ρεβιζιονιστές έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά. Γι' αυτό και οι επίσημοι, ανοιχτοί δεσμοί μεταξύ του κινέζικου ρεβιζιονιστικού κόμματος και του ισπανικού ρεβιζιονιστικού κόμματος δε θα αργήσουν να αποκατασταθούν.

Τους πολιτικούς προσανατολισμούς του ιταλικού και του γαλλικού ρεβιζιονιστικού κόμματος, τις επιδιώξεις, τη στρατηγική και την τακτική τους για την αποκατάσταση μιας στενής συνεργασίας με την αντιδραστική μπουρζουαζία και με το αστικό καπιταλιστικό κράτος, υιοθέτησε και ο Καρρίγιο.

Ωστόσο το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας δεν είχε ακόμα το καταστατικό νόμιμου κόμματος. Γι αυτό το λόγο κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να νομιμοποιηθεί μέσα στην Ισπανία και κάτω από το καθεστώς του Φράνκο. Ο φρανκισμός και ο Φράνκο δεν επέτρεψαν τέτοιο πράγμα. Μετά το θάνατο του Φράνκο, με τον ερχομό στην εξουσία του βασιλιά Χουάν, ο Καρρίγιο σημείωσε ορισμένα αποτελέσματα στην κατεύθυνση της νομιμοποίησης του κόμματος. Γι' αυτή όμως τη νομιμοποίηση, χρειάστηκε να κάνει δηλώσεις και υποχωρήσεις αρχών τόσο μεγάλες που ούτε το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ούτε το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επέτρεψαν στον εαυτό τους μπροστά στην καπιταλιστική αστική τάξη των χωρών τους. Ο Καρρίγιο για να μπει στην Ισπανία και να νομιμοποιήσει το κόμμα, δέχτηκε να αναγνωρίσει το καθεστώς του βασιλιά Χουάν Κάρλος, και έφθασε μάλιστα στο σημείο και να το επαινέσει, να το χαρακτηρίσει «δημοκρατικό», δέχτηκε τη μοναρχία και τη σημαία της. Μετά απ' αυτή την υποταγή, οι μοναρχικοί του έδωσαν υπογραφή εν λευκώ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας νομιμοποιήθηκε. Ο Καρρίγιο και η Ιμπαρρούρι επέστρεψαν στην Ισπανία μαζί με όλη τη στρούγκα των ισπανών προδοτών.

Οι ρεβιζιονιστές αρχηγοί, μόλις επέστρεψαν στη Μαδρίτη, αρνήθηκαν ανοιχτά τη Δημοκρατία και δήλωσαν ότι ο Πόλεμος της Ισπανίας αφορά τώρα την ιστορία. Ο συνασπισμός με τα άλλα αστικά κόμματα και η πάλη για συμμετοχή στη διακυβέρνηση της χώρας διακηρύχθηκαν σαν θεμέλιο της γραμμής τους. Στις διάφορες εκλογές που έγιναν στην Ισπανία, το κόμμα του Καρρίγιο δεν κέρδισε περισσότερο από 9 περίπου τα εκατό ψήφους και ανέδειξε μερικούς βουλευτές στο κοινοβούλιο. Αυτό ο Καρρίγιο το χαρακτήρισε σαν «μεγάλη δημοκρατική νίκη που θα αλλάξει το πρόσωπο της Ισπανίας». Στην πραγματικότητα όμως οι ισπανοί ρεβιζιονιστές δεν πρόκειται ποτέ να βγάλουν με άσπρο πρόσωπο την Ισπανία, γιατί η Ιμπαρρούρι και ο Καρρίγιο με τους συντρόφους τους έχουν στα χέρια τους σαπούνι από πίσσα, σαπούνι κατάμαυρο. Πέταξαν πέρα την κόκκινη σημαία της επανάστασης και πάτησαν εντελώς αδιάντροπα πάνω στο αίμα των δεκάδων και εκατοντάδων χιλιάδων ηρώων του Πολέμου της Ισπανίας.

Σημαντικό ρόλο στον ρεφορμιστικό και οπορτουνιστικό μετασχηματισμό των κομμουνιστικών κομμάτων της Δύσης έπαιξε και η γραμμή που καθιέρωσε η σοβιετική ρεβιζιονιστική ηγεσία στις σχέσεις μ' αυτά τα κόμματα. Σκοπός των χρουστσιοφικών ρεβιζιονιστών της Σοβιετικής Ένωσης ήταν να υποχρεώσει τα ρεβιζιονιστικά κόμματα των διάφορων χωρών να τους ακολουθήσουν στην πολιτική τους για την εγκαθίδρυση της σοσιαλιμπεριαλιστικής ηγεμονίας σε όλο τον κόσμο. Ζητούσαν απ' αυτά τα κόμματα να γίνουν βοηθοί τους στη σατανική ενέργεια που ανέλαβαν.

Φυσικά, οι ηγεμονιστικές και επεκτατικές βλέψεις των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών δεν μπορούσαν να αρέσουν στους αμερικάνους ιμπεριαλιστές και στους συμμάχους τους. Αλλά και τα ρεβιζιονιστικά κόμματα των διάφορων χωρών δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν με τη σοβιετική πολιτική. Ωθούμενα και από την αστική τάξη των χωρών τους, άρχισαν όλο και πιο ανοιχτά να αναπτύσσουν δράση χωριστή και ανεξάρτητη από το ρεβιζιονιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης.
Τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας, πού πολύ και πού ολίγο, ξεσηκώθηκαν το ένα μετά το άλλο ενάντια στη σοβιετική χρουστσιοφική ηγεμονία, αμολώντας ταυτόχρονα νέες αντιμαρξιστικές θεωρητικολογίες. Πιο ολοκληρωμένες και πιο κραυγαλέες έγιναν πολύ σύντομα οι «θεωρίες» των μεγάλων ρεβιζιονιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης που πήραν το όνομα ευρωκομμουνισμός. Όπως ο τιτοϊκός και ο χρουστσιοφικός ρεβιζιονισμός, έτσι και ο ευρωκομμουνισμός, από την εμφάνιση του κιόλας στο προσκήνιο άρχισε τη μετωπική πάλη κατά του μαρξισμού - λενινισμού, με την επιδίωξη να αναθεωρήσει και να δυσφημίσει στα μάτια των εργαζομένων τις βασικές αρχές του.

Από τον ρεβιζιονιστικό οπορτουνισμό στον αστικό αντικομμουνισμό
Ο ευρωκομμουνισμός είναι μια παραλλαγή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, ένα συνονθύλευμα ψευδοθεωριών που αντιτίθενται στο μαρξισμό - λενινισμό. Σκοπός του είναι να εμποδίσει την επιστημονική θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν να σταθεί όπλο ισχυρό και αλάνθαστο στα χέρια της εργατικής τάξης και των πραγματικών μαρξιστικών - λενινιστικών κομμάτων για την εκ θεμελίων συντριβή του καπιταλισμού, της βάσης και του εποικοδομήματος του, για την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου και την οικοδόμηση της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Οι ιταλοί ρεβιζιονιστές έχουν προσδιορίσει τον ευρωκομμουνισμό σαν «τρίτο δρόμο, διαφορετικό απ’ αυτόν της πείρας των σοσιαλδημοκρατιών και της πείρας που συγκεντρώθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες». Αυτός ο «τρίτος δρόμος», όπως αναφέρεται στις θέσεις του 15ου Συνεδρίου του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, παρουσιάζεται σαν «λύση που ταιριάζει στις εθνικές ιδιαιτερότητες και στις συνθήκες της σημερινής εποχής, στα ουσιώδη γνωρίσματα και αιτήματα που είναι κοινά για τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες, όπως είναι σήμερα οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης οι οποίες στηρίζονται στους δημοκρατικό - κοινοβουλευτικούς θεσμούς»(La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.8-9)

Συνεπώς αυτός ο «τρίτος δρόμος», αυτός ο λεγόμενος ευρωκομμουνισμός, όπως ομολογούν και οι ίδιοι οι ευρωκομμουνιστές, δεν έχει τίποτε το κοινό με τον επεξεργασμένο από το Μαρξ και το Λένιν πραγματικό επιστημονικό κομμουνισμό, που ενσαρκώθηκε στην Οκτωβριανή Επανάσταση και στις άλλες κατοπινές σοσιαλιστικές επαναστάσεις και που επιβεβαιώθηκε από τον ταξικό αγώνα του διεθνούς προλεταριάτου. Ορθά κοφτά, ο ευρωκομμουνισμός μπορεί να θεωρηθεί ευρωπαϊκός ρεβιζιονισμός υπ" αριθμόν τρία.

Τώρα τα κομμουνιστικά κόμματα Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας μόνο το όνομα έχουν κομμουνιστικό, γιατί και τα τρία κολυμπούν στα βρώμικα νερά της αστικής τάξης, την οποία υπηρετούν. Τα προγράμματα των ρεβιζιονιστικών κομμάτων των χωρών της Δύσης είναι προγράμματα καθαυτού ρεφορμιστικά, δε διαφέρουν καν από τα προγράμματα των αστικών, σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, που το ίδιο βιολί βαστάνε. Άλλωστε αυτά τα κόμματα είναι που εμπνέουν και τους ρεβιζιονιστές. Σκοπός τους δεν είναι η προλεταριακή επανάσταση και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, αλλά η δημιουργία στις πλατιές μάζες της άποψης ότι πρέπει να παραιτηθούν από την επανάσταση, η οποία, όπως λένε, είναι πια περιττή και ακατάλληλη, Μα τι πρέπει να γίνει, κατά τη γνώμη τους; «Να αλλάξουμε τη ζωή», «να αλλάξουμε τον τρόπο διαβίωσης», «να νοιαζόμαστε για τα εφήμερα ζητήματα», «να μην θίγουμε την τωρινή καπιταλιστική κοινωνία», «να κάνουμε μια πολιτιστική επανάσταση αντί μιας προλεταριακής επανάστασης», διακηρύσσουν μέρα και νύχτα αυτά τα αντιμαρξιστικά κόμματα. «Να ζήσουμε καλύτερα, να φυλάξουμε το μισθό αμείωτο, να έχουμε πληρωμένη άδεια, να έχουμε εγγυημένη τη θέση εργασίας», «τι άλλο θέλουμε;», λένε στους εργάτες. Το ιταλικό και το γαλλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα σχολιάζουν αυτά τα ζητήματα σε κάθε σύσκεψη, σε κάθε συνέδριο και μ' αυτά βαυκαλίζουν το προλεταριάτο και τους εργαζομένους για να πάρουν τις ψήφους τους.

Ο κλασσικός ρεβιζιονισμός σοσιαλδημοκρατικού τύπου μετατράπηκε σε σύγχρονο ρεβιζιονισμό. Οι θεωρίες του Μπερνστάιν και του Κάουτσκυ σε διάφορες μορφές, πότε ατόφιες και πότε τροποποιημένες, βρίσκονται στον ρεβιζιονιστή Μπράουντερ, βρίσκονται στον χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό, στον τιτοϊκό ρεβιζιονισμό, στο γαλλικό ρεβιζιονισμό και στον ιταλικό τολιαττικό ρεβιζιονισμό, στην αποκαλούμενη σκέψη Μάο Τσε Τουνγκ και σε όλα τα ρεβιζιονιστικά ρεύματα. Αυτά τα αριθμητά αντιμαρξιστικά ρεύματα, που αναπτύσσονται στον σημερινό καπιταλιστικό - ρεβιζιονιστικό κόσμο, είναι η πέμπτη φάλαγγα στις γραμμές της παγκόσμιας επανάστασης για να παρατείνουν τη ζωή του διεθνούς καπιταλισμού πολεμώντας από τα μέσα την επανάσταση.

Η άρνηση του μαρξισμού - λενινισμού είναι ο στόχος που ήθελαν και θέλουν να πετύχουν ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός. Στο δρόμο αυτό τους βοηθάει τώρα ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός με όλα τα μέσα και τρόπους, απροκάλυπτα και συγκαλυμμένα, με καθελογής θεωρίες και με καθελογής φιλοσοφικά ψευδοεπιστημονικά συνθήματα.

Στο 22ο Συνέδριο του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Μαρσέ δήλωσε ότι η μετάβαση στο σοσιαλισμό θα γίνει χωρίς ταξικό αγώνα και για να οικοδομηθεί δεν υπάρχει πια ανάγκη για δικτατορία του προλεταριάτου. Ομολογεί ότι στο «σοσιαλισμό» του θα υπάρχουν όχι μόνο διάφορα κόμματα, αλλά και κόμματα της αντίδρασης. Επομένως, όπως και για τον Μπρέζνιεφ και τον Τίτο, έτσι και για τον Μαρσέ, σε πολλές χώρες όπου κυριαρχεί το κεφάλαιο άρχισε από τώρα να οικοδομείται ο σοσιαλισμός, αρκεί στην πόρτα να βάλεις την ταμπέλα: «Χώρα σοσιαλιστική».
Με άλλα λόγια, εφόσον στο σοσιαλισμό πάνε όλοι αυθόρμητα, καθώς διακηρύσσουν οι ρεβιζιονιστές, τότε για το μαρξισμό - λενινισμό, σαν επιστήμη της επανάστασης και του σοσιαλισμού, κανένας δεν έχει ανάγκη, αυτός αφορά πιάτο παρελθόν, γι' αυτό και πρέπει να εγκαταλειφθεί.

Οι διάφοροι ρεβιζιονιστές λένε ότι ο μαρξισμός - λενινισμός «απαρχαιώθηκε», ότι δεν είναι σε θέση να λύσει τα προβλήματα που βάζει η σημερινή ανεπτυγμένη κοινωνία, ότι δεν αρμόζει πια στο σύγχρονο πολιτισμό. Κατά τη γνώμη τους, η σημερινή κοινωνία αφομοίωσε ό,τι είχε να αφομοιώσει από τον μαρξισμό - λενινισμό και ο τελευταίος συγκαταλέγεται τώρα στις παλαιωμένες φιλοσοφίες, όπως τον καντισμό, το θετικισμό, τον μπερξονικό ιρρασιοναλισμό και άλλες ιδεαλιστικές φιλοσοφίες. Ο υπερρεβιζιονιστής Μιλοβάν Τζίλας γράφει απροκάλυπτα ότι ο μαρξισμός - λενινισμός, μια φιλοσοφία επεξεργασμένη τον 19ο αιώνα, δεν μπορεί να έχει πια καμιά αξία, τη στιγμή που η σημερινή επιστήμη είναι πολύ ανεπτυγμένη σε σύγκριση με την επιστήμη και τη φιλοσοφία του περασμένου αιώνα.

Βαδίζοντας σ' αυτό το δρόμο, αυτά τα δύο - τρία τελευταία χρόνια, οι Ιταλοί, οι Γάλλοι και οι Ισπανοί ρεβιζιονιστές κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες για να διατυπώσουν θεωρητικά τις οπορτουνιστικές απόψεις και θέσεις τους, τον ευρωκομμουνισμό, όπως τον ονομάζουν, και να δώσουν σ' αυτές το χαρακτήρα μιας αλλιώτικης πολιτικής και ιδεολογικής διδασκαλίας, που εκπροσωπεί δήθεν μια «νέα ανάπτυξη του μαρξισμού», Στα πρόσφατα συνέδρια που έκαναν αυτά τα κόμματα και στα προγράμματα που υιοθέτησαν, ο ευρωκομμουνισμός προσέλαβε μορφή πληρέστερη και πιο καθοριστική. Τα τρία αυτά κόμματα παραιτήθηκαν επίσημα από τον μαρξισμό - λενινισμό. Για τους Γάλλους του Μαρσέ, που τη θεωρία του Μαρξ τη θεωρούν σαν «θεωρία με άγονες και δογματικές αντιλήψεις», σαν «κλειστό σύστημα με αμετάβλητους κανόνες», η καινούρια «θεωρία» που δημιούργησαν αυτοί έχει «την πηγή της, λένε, στα φιλοσοφικά και πολιτικά ρεύματα του έθνους μας»(Cahiers du Communisme, juin-juillet, 1979, p.392). Ευνόητο είναι ότι οι γάλλοι ρεβιζιονιστές δεν έχουν το λόγο για εκείνη την προοδευτική και επαναστατική φιλοσοφική συμβολή, την οποία ο Μαρξ συμπεριέλαβε κατά κριτικό τρόπο στο έργο του, αλλά ακριβώς για τις απόψεις εκείνες που ο ίδιος ξεσκέπασε και απέρριψε και που τώρα οι ρεβιζιονιστές τις υιοθετούν.

Η παραίτηση των ρεβιζιονιστών από κάθε αναφορά στο μαρξισμό -λενινισμό, στα καταστατικά, στα προγράμματα και σε άλλα δικά τους ντοκουμέντα δεν είναι μόνον τυπικού χαρακτήρα, που επικυρώνει όσα είχαν από καιρό εφαρμόσει στην πράξη. Η ενέργεια αυτή δεν εκπροσωπεί επίσης μόνο την εφαρμογή της θέλησης της αστικής τάξης, την απαίτηση της προς τα ρεβιζιονιστικά κόμματα να μην αναφέρουν πια «το φάντασμα του κομμουνισμού». Δεν είναι επίσης μόνον ενέργεια που εκφράζει και επίσημα το ανοιχτό πέρασμα του σύγχρονου ρεβιζιονισμού στις ιδεολογικές θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Το γεγονός ότι τα ρεβιζιονιστικά κόμματα παραιτήθηκαν και από την αναφορά στο μαρξισμό - λενινισμό, πράγμα που μέχρι σήμερα το χρησιμοποιούσαν σαν προσωπείο για να εξαπατήσουν τους εργαζόμενους, μαρτυρεί ότι άρχισαν να τον καταπολεμούν ανοιχτά από τις θέσεις του αστικού αντικομμουνισμού. Γεγονός είναι ότι στο ιδεολογικό πεδίο τη σημαία της καταπολέμησης του μαρξισμού - λενινισμού, του σοσιαλισμού και της επανάστασης σήμερα την κρατούν ακριβώς οι ευρωκομμουνιστές. Η διαφήμιση που κάνει ο ογκώδης αστικός Τύπος, τα τραστ των εκδόσεων, η ραδιοφωνία και η τηλεόραση στα γραπτά, στα βιβλία, στις ομιλίες, στα συνέδρια των ρεβιζιονιστών είναι πράγματι εκπληκτική. Τέτοιες φυσιογνωμίες όπως ο Μπερλίνγκουερ, ο Μαρσέ, ακόμη και ο Καρρίγιο, έχουν μετατραπεί από τη μεγάλη μηχανή της προπαγάνδας σε πρόσωπα που ξεπερνούν όχι μόνο τα «αστέρια» του κινηματογράφου, αλλά και τους πάπες και τους προέδρους των μεγαλύτερων κρατών. Δημοσιογράφοι και συγγραφείς τους ακολουθούν σε κάθε βήμα και δεν αφήνουν ούτε λέξη να τους ξεφύγει χωρίς να τη δημοσιεύσουν στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων και με τα μεγαλύτερα γράμματα.

Όλη αυτή η διαφήμιση, όλος αυτός ο θόρυβος μαρτυρεί τη μεγάλη χαρά της αστικής τάξης, η οποία βρήκε πρόθυμους υπηρέτες για να καταπολεμούν, έτσι να πούμε, από τα αριστερά τον κομμουνισμό, τη στιγμή που τα δικά τους όπλα του ανοιχτού αντικομμουνισμού είχαν σκουριάσει και σπάσει. Το κεφάλαιο, στις δύσκολες καταστάσεις που περνάει, τίποτε το καλύτερο και το αποτελεσματικότερο δεν μπορούσε να βρει από την υπηρεσία που του προσφέρουν οι ρεβιζιονιστές. Γι’ αυτό, είναι ευνόητο και δικαιολογημένο για την αστική τάξη να εξυμνεί τη δημαγωγία, τις απάτες, τις θεωρητικές καπηλείες και την πρακτική δράση των ρεβιζιονιστών, διά των οποίων ελίσσονται για να εξαπατήσουν και να αποπροσανατολίσουν τους εργαζομένους.

Η αστική αντίληψη της αστικής κοινωνίας
Οι ευρωκομμουνιστές προσπαθούν να δημιουργήσουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα της σημερινής καπιταλιστικής κοινωνίας και των αντιθέσεων της, να την παρουσιάσουν σαν κοινωνία τόσο εξελιγμένη από την εποχή των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, που οι αναλύσεις και τα διδάγματα τους σχετικά μ' αυτή «είναι ξεπερασμένα και απέβηκαν ανώφελα».

Τη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία τη βλέπουν σαν ενιαία και δεν ξεχωρίζουν πια την πόλωση της σε προλετάριους και αστούς, δε βλέπουν πια σαν βασική την αντίθεση μεταξύ των δύο αυτών τάξεων και κατά συνέπεια και την πάλη των τάξεων δεν την βλέπουν σαν κύρια κινητήρια δύναμη αυτής της κοινωνίας. Για τους ευρωκομμουνιστές υπάρχουν φυσικά ορισμένες αντιθέσεις που τις χαρακτηρίζουν αντιθέσεις της «ανάπτυξης», της «προόδου», της «ευημερίας», της «δημοκρατίας» κ.λπ., οι οποίες έχουν, λέει, αντικαταστήσει τις παλιές αντιθέσεις, ιδιαίτερα την αντίθεση μεταξύ της εργασίας και του κεφαλαίου, στην οποία βασίζεται η όλη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία για το ρόλο και την ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, για την επανάσταση, τη δικτατορία του προλεταριάτου και το σοσιαλισμό.

Σήμερα, λένε οι ευρωκομμουνιστές, δεν υπάρχει πια το προλεταριάτο της εποχής του Μαρξ και του Λένιν, οι τάξεις έχουν αλλάξει και δεν είναι πια αυτές που γνώριζαν και εξηγούσαν εκείνοι. Τώρα, λένε οι ευρωκομμουνιστές, και η αστική τάξη είναι συγχωνευμένη σαν τάξη, έχει μετατραπεί σε «εργαζόμενους» και όλος ο πλούτος είναι συγκεντρωμένος στα χέρια μιας μικρής καπιταλιστικής κλίκας, η οποία διατηρεί και προστατεύει αυτή την ιδιοκτησία. Ο Μαρσέ, λόγου χάρη, «ανακάλυψε» ότι αυτή που σήμερα στη Γαλλία «υπολογίζεται» σαν αστική τάξη, έχει περιοριστεί μόνο σε 25 χρηματιστικές και βιομηχανικές ομάδες, οι υπόλοιποι είναι «εργαζόμενοι». Κατά συνέπεια, τονίζουν οι ρεβιζιονιστές αποστάτες, το σημερινό καπιταλιστικό αστικό κράτος έχει αλλάξει, επειδή άλλαξε η ίδια η κοινωνία, άλλαξαν οι τάξεις. Γι' αυτό, κατά τη λογική τους, ο Μαρξ και ο Λένιν, που δεν έχουν γνωρίσει το σημερινό καπιταλιστικό κράτος, κράτος εντελώς διαφορετικό από αυτό της εποχής τους, πρόβλεπαν για το προλεταριάτο άλλο ρόλο, διαφορετικό από το σημερινό, άλλο τρόπο κατάληψης της εξουσίας από μέρους του προλεταριάτου, άλλο τρόπο αγώνα για το πέρασμα στο σοσιαλισμό.

Κατά τους ευρωκομμουνιστές, όλες οι τάξεις και τα στρώματα της καπιταλιστικής κοινωνίας και ιδιαίτερα οι διανοούμενοι έχουν ταυτιστεί με το προλεταριάτο. Για τους ευρωκομμουνιστές, με εξαίρεση μιας μικρής χούφτας καπιταλιστών, όλοι οι άλλοι, χωρίς διάκριση, ζητούν να αλλάξουν την κοινωνία, από αστική κοινωνία σε σοσιαλιστική κοινωνία. Και για να γίνει αυτή η αλλαγή, σύμφωνα με τους ευρωκομμουνιστές, πρέπει να ανασχηματιστεί η παλιά κοινωνία και όχι να ανατραπεί.
Συνεπώς, αυτοί φαντασιοκοπούν ότι η εξουσία πρέπει να καταληφθεί βαθμιαία με μεταρρυθμίσεις, με ανάπτυξη της κουλτούρας και με στενή συνεργασία όλων ανεξαίρετα των τάξεων, τόσο εκείνων που έχουν την εξουσία όσο και εκείνων που δεν την έχουν.
Όλοι οι ρεβιζιονιστές ακολουθούν το δρόμο του Μαρκούζε, ο οποίος όταν αναφέρεται στο αμερικάνικο προλεταριάτο, προσπαθεί να «αποδείξει» ότι στην «ανώτερη αμερικάνικη βιομηχανική κοινωνία» δεν υπάρχει προλεταριάτο με την έννοια που του δίνει ο Μαρξ και ότι αυτό το προλεταριάτο, κατά τον Μαρκούζε, αφορά πια την ιστορία.

Κατά τους Μαρκούζε, Γκαρωντύ, Μπερλίνγκουερ, Καρρίγιο, Μαρσέ και όλους τους συντρόφους τους, αυτό σημαίνει ότι η «καταναλωτική κοινωνία», η «ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία» όχι μόνο άλλαξε τη μορφή της παλιάς καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά ισοπέδωσε και τις τάξεις και, όπως δήλωσε ιδιαίτερα ο Ζωρζ Μαρσέ, τώρα «εμείς δεν μπορούμε να μιλούμε πια για γαλλικό προλεταριάτο, αλλά για γαλλική εργατική τάξη».

Ο Μαρξ λέει ότι «...«προλετάριο» με την οικονομική έννοια πρέπει να εννοούμε αποκλειστικά το μισθωτό εργάτη, που παράγει και αξιοποιεί «κεφάλαιο», και που πετιέται σψο δρόμο μόλις γίνει περιττός για τις ανάγκες αξιοποίησης του «Monsieur Capital» [του κυρίου κεφαλαίου]...» (Κ. Μαρξ, «.Κεφάλαιο», τ. 1ος, τρίτο βιβλίο, αλβ. έκδ., σελ. 74.)

Τι έχει αλλάξει στη Γαλλία, που ο Μαρσέ δεν βλέπει πια προλετάριους; Δεν υπάρχουν μήπως μισθωτοί εργάτες, που παράγουν υπεραξία και αυξάνουν το κεφάλαιο, μήπως δεν υπάρχουν πια άνεργοι που ο «Monsieur Capital» τους πέταξε στο δρόμο σαν περιττούς;
Στη σοσιαλιστική Αλβανία μάλιστα, δεν υπάρχει πια προλεταριάτο, με την κυριολεκτική σημασία που έχει στις καπιταλιστικές χώρες, επειδή η εργατική τάξη στη χώρα μας έχει στα χέρια της την κρατική εξουσία, είναι αφέντης των κυριότερων μέσων παραγωγής, δεν υφίσταται καταπίεση και εκμετάλλευση, εργάζεται ελεύθερη για λόγο της και για τη σοσιαλιστική κοινωνία.

Εντελώς διαφορετικά έχει το ζήτημα στις καπιταλιστικές χώρες, όπου η εργατική τάξη είναι στερημένη από τα μέσα παραγωγής και για να ζήσει είναι υποχρεωμένη να πουλήσει την εργατική της δύναμη, να υποστεί την καπιταλιστική εκμετάλλευση, που μεγαλώνει συνεχώς. Πέρα από την άγρια καταπίεση και την εκμετάλλευση ως το μεδούλι, το προλεταριάτο αυτών των χωρών υφίσταται και τη βία του αστικού στρατού και αστυνομίας. Στα καπιταλιστικά κράτη, το προλεταριάτο, όσο κι αν φορεί ρούχα νάυλον, που τα παράγει η «καταναλωτική κοινωνία», στην πραγματικότητα παραμένει προλεταριάτο.

Οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές όχι άσκοπα αλλάζουν το όνομα του προλεταριάτου. Όταν γίνεται λόγος για το προλεταριάτο, που στον καπιταλισμό δεν διαθέτει τίποτε εκτός από την εργατική του δύναμη, εννοείται τότε και ο αγώνας που πρέπει να κάνει ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους καταπιεστές του. Και ίσα ίσα αυτός ο αγώνας, στόχος του οποίου είναι η συντριβή από τα θεμέλια της παλιάς εξουσίας του κεφαλαίου, τρομάζει την αστική τάξη, που εδώ ακριβώς τη βοηθούν οι ρεβιζιονιστές με όλα τα μέσα που διαθέτουν.
Η άρνηση της ύπαρξης του προλεταριάτου σαν ξεχωριστή τάξη, σαν την πιο προοδευτική τάξη της κοινωνίας, τάξη που η ίδια η ιστορία της ανέθεσε την ένδοξη αποστολή της εξάλειψης της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο και της οικοδόμησης της νέας, πραγματικά ελεύθερης, ισότιμης, δίκαιης και ανθρώπινης κοινωνίας, δεν είναι κάτι το καινούργιο. Την άρνηση αυτή την κήρυσσαν διάφοροι οπορτουνιστές από τότε ακόμα που ο μαρξισμός γεννιόταν σαν φιλοσοφική διδασκαλία και πολιτικό κίνημα. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς συντρίψανε αυτές τις απόψεις και έδωσαν στο προλεταριάτο όπλο και επιχειρήματα για να πολεμήσει όχι μόνο αυτούς τους οπορτουνιστές, αλλά και τους άλλους λακέδες της αστικής τάξης, τους μελλοντικούς απολογητές του καπιταλισμού, όπως είναι οι τωρινοί σύγχρονοι ρεβιζιονιστές.

Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του μαρξισμού είναι ότι είδε στο προλεταριάτο όχι μόνο μια τάξη καταπιεσμένη και εκμεταλλευόμενη, αλλά και την πιο προοδευτική και πιο επαναστατική τάξη της εποχής, την τάξη στην οποία η ιστορία ανέθεσε την αποστολή του νεκροθάφτη του καπιταλισμού. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς διευκρίνισαν ότι αυτή η αποστολή απόρρεε από τις ίδιες τις οικονομικο-κοινωνικές συνθήκες, από τη θέση που καταλαμβάνει και από το ρόλο που διαδραματίζει το προλεταριάτο στη διαδικασία της παραγωγής και στην κοινωνικο-πολιτική ζωή, από το γεγονός ότι το προλεταριάτο είναι φορέας των καινούργιων σχέσεων της μελλοντικής σοσιαλιστικής κοινωνίας, ότι έχει την επιστημονική του ιδεολογία, που φωτίζει το δρόμο του, έχει το καθοδηγητικό επιτελείο του, το κομμουνιστικό κόμμα.

Παρά τις αλλαγές που σημειώθηκαν στην ανάπτυξη της οικονομίας και στην κοινωνική σύνθεση της καπιταλιστικής κοινωνίας, οι γενικές συνθήκες ύπαρξης, εργασίας και διαβίωσης του προλεταριάτου παραμένουν και σήμερα οι ίδιες, όπως τις ανέλυσε ο Μαρξ. Καμιά άλλη τάξη ή κοινωνικό στρώμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει το προλεταριάτο σαν την κυριότερη και ηγέτρια δύναμη των επαναστατικών εξελίξεων για τον προοδευτικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Τα διδάγματα του Μαρξ σ' αυτό το ζήτημα μένουν αδιάσειστα. Στη μαρξιστική θεωρία το προλεταριάτο βρίσκει το πνευματικό του όπλο, όπως και η θεωρία αυτή βρίσκει στο προλεταριάτο το υλικό της όπλο. Ο Μαρξ λέει ότι το προλεταριάτο είναι η καρδιά της επανάστασης, ενώ η φιλοσοφία είναι η κεφαλή της. Το «Κεφάλαιο» του Μαρξ είναι για το παγκόσμιο προλεταριάτο ο φάρος που του δείχνει επιστημονικά με ποιους τρόπους και με ποιες μορφές το εκμεταλλεύεται η αστική τάξη. Ο καπιταλιστής δένει το προλεταριάτο με αλυσίδες σε εργοστάσια και σε μηχανές, αλλά το «Κεφάλαιο» το διδάσκει πώς να σπάσει αυτές τις αλυσίδες.

Οι ρεβιζιονιστικές θέσεις σχετικά με την αλλαγή της φύσης του προλεταριάτου και της ιστορικής αποστολής του υπήρχαν από καιρό στα κομμουνιστικά κόμματα των Δυτικών χωρών. Αλλά ο πρώτος που βγήκε μ' αυτές δημόσια και επίσημα ήταν ο Ροζέ Γκαρωντύ. Ο Γκαρωντύ ήταν από τους πρώτους ρεβιζιονιστές «θεωρητικούς» που ανέπτυξε τη θεωρία, κατά την οποία δεν μπορεί να γίνει πια λόγος για πτώχευση του γαλλικού προλεταριάτου και ότι τώρα οι διάφορες τάξεις και στρώματα του πληθυσμού πάνε προς τη συγχώνευση και την ενοποίηση.

Η θέση του Γκαρωντύ, που επαναλαμβάνουν και εφαρμόζουν τώρα και οι άλλοι ρεβιζιονιστές, είναι ότι «στην τωρινή κατάσταση δεν υπάρχει πια ανάγκη για βίαιη επανάσταση, επειδή οι εργάτες συμμετέχουν σταδιακά στα κέρδη των μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, που τώρα δεν τις διευθύνουν πια οι αστοί ιδιοκτήτες, αλλά οι τεχνικοί που τους αντικατέστησαν». Αυτό είναι μεγάλη μπλόφα, επειδή οι τεχνικοί και οι ειδικοί είναι κάτω από το ίδιο πέλμα και από την ίδια κατεύθυνση, υπηρέτες των μεγάλων καπιταλιστικών τραστ και μονοπωλίων, που είναι οι πραγματικοί αφέντες των μέσων παραγωγής.

Παρά τις αλλαγές που έγιναν στην κοινωνικο-ταξική διάρθρωση, στον καπιταλιστικό κόσμο τίποτε δεν άλλαξε όσον αφορά τις θέσεις και τις σχέσεις των τάξεων. Η θεωρία των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν σχετικά με τις τάξεις και την πάλη των τάξεων στην αστική κοινωνία παραμένει πάντα νέα και επίκαιρη.
Σαν την «θεωρία» του Γκαρωντύ, στη Δύση γεννήθηκαν και μια σειρά άλλες παρόμοιες «θεωρίες», χαλκευμένες τόσο από τους «νέους» γάλλους ψευδοφιλόσοφους, όσο από τους Γερμανούς, Αμερικάνους, Ιταλούς κ.λπ. συναδέλφους τους. Όλες αυτές οι θεωρίες φέρουν τη σφραγίδα του ρεβιζιονισμού, του τροτσκισμού, του αναρχισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. Ήρθε η στιγμή που όλες αυτές οι θεωρίες έγιναν ολότελα κτήμα των ρεβιζιονιστικών κομμάτων Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Αγγλίας κ.λπ., τα οποία συγκέντρωσαν και κωδικοποίησαν κατά τρόπο χυδαίο όλα αυτά τα σκουπίδια του ρεβιζιονισμού και του οπορτουνισμού.
Η καθημερινή ζωή, ο αγώνας της εργατικής τάξης ξεσκέπασε και ξεσκεπάζει αυτές τις θεωρίες. Αποκάλυψε και αποκαλύπτει τον αντιδραστικό και αντεπαναστατικό τους σκοπό. Επιβεβαιώνει ότι όσο περισσότερο πλουταίνουν οι καπιταλιστές, τόσο περισσότερο φτωχαίνει η εργατική τάξη, ότι αυτή η τάξη νιώθει καθώς πρέπει τα λογία του Μαρξ, κατά τα οποία όσο περισσότερα πλούτη παράγει ο εργάτης, τόσο περισσότερο φτωχαίνει, ότι ο εργάτης γίνεται εμπόρευμα τόσο χωρίς αξία όσο πιο πολλά εμπορεύματα παράγει, ότι το προλεταριάτο δεν μπορεί να απαλλαγεί από την εκμετάλλευση χωρίς να πάρει στα χέρια του τα μέσα παραγωγής, χωρίς να συντρίψει την εξουσία της αστικής τάξης.

Οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, όπως οι Μαρσέ, Μπερλίνγκουερ, Καρρίγιο και συντροφιά, απορρίπτουν σήμερα αυτή την επιστημονική άποψη του Μαρξ. Τώρα, λένε, δεν υπάρχει πια η διαδικασία σχετικής και απόλυτης πτώχευσης του προλεταριάτου λόγω της διεξαγωγής της τεχνικο-επιστημονικής επανάστασης και των νικών που οι εργάτες σημείωσαν μέσα από τις μεταρρυθμίσεις. Θέλουν να πουν στους προλετάριους ότι με τις ελεημοσύνες που τους δίνει ο καπιταλισμός, ικανοποιούνται όλα τα αιτήματα και οι ανάγκες τους, γι' αυτό δεν έχουν λόγο να ξεσηκωθούν σε επανάσταση.
Ορισμένοι άλλοι ρεβιζιονιστές «θεωρητικοί», μπροστά στα αναμφισβήτητα γεγονότα της ζωής, δηλώνουν ότι ο Μαρξ αλήθεια μίλησε για την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, αλλά τα λόγια του αυτά ισχύουν εξίσου τόσο για τις καπιταλιστικές χώρες όσο και για τις σοσιαλιστικές χώρες. Συνεπώς, η εργατική τάξη δεν έχει λόγο να ξεσηκωθεί ενάντια στην καπιταλιστική εκμετάλλευση, επειδή δεν μπορεί, λένε, να απαλλαγεί απ' αυτή! Αυτή είναι διαστρέβλωση της πραγματικότητας και συκοφαντία. Η θέση της εργατικής τάξης στον καπιταλισμό και στο σοσιαλισμό είναι διαμετρικά αντίθετη.

Στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές χώρες ο εργάτης δεν είναι ελεύθερος ούτε στη δουλειά, ούτε στη ζωή. Είναι σκλάβος της μηχανής, του καπιταλιστή, του τεχνοκράτη, οι οποίοι απομυζούν την εργατική του δύναμη και απ' αυτή δημιουργούν την υπεραξία για το κεφάλαιο. Μόνο στο πραγματικά σοσιαλιστικό σύστημα, όπου στην εξουσία βρίσκεται η εργατική τάξη, τα διδάγματα του Μαρξ, που εφαρμόζονται καθώς πρέπει, δημιουργούν δυνατότητες στο προλεταριάτο να συνειδητοποιήσει και να γίνει απόλυτα αφέντης των παραγωγικών μέσων και μέσα από τη δικτατορία του προλεταριάτου να αποκτήσει όλες τις ελευθερίες και τα δημοκρατικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα.

Το δέσιμο της εργατικής τάξης με τις οικονομικές αλυσίδες, που της έριξε ο καπιταλισμός, είναι το βασικότερο στην καπιταλιστική κοινωνία. Πάνω σ' αυτή την υποδούλωση έχει στηθεί όλο το καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά οι αστοί και ρεβιζιονιστές θεωρητικολόγοι, αδυνατώντας να αρνηθούν αυτή τη μεγάλη αλήθεια, το ζήτημα της οικονομικής εκμετάλλευσης στο οποίο αναφέρεται ο Μαρξ και που είναι πρωταρχικό ζήτημα, προσπαθούν να το επισκιάσουν και να το ερμηνεύσουν με μια σειρά ραφιναρισμένες και πλαστές απόψεις. Αυτοί οι «θεωρητικοί», αδυνατώντας να απορρίψουν το γεγονός ότι ο εργάτης είναι δεμένος στο κεφάλαιο, κηρύσσουν ότι στη σημερινή εποχή δεν υπάρχει πια ανάγκη να υπογραμμιστεί πόσο ξεζουμίζει και υποδουλώνει ο ιδιοκτήτης τον άνθρωπο στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά να υπογραμμιστεί ότι η σύνδεση του με το κεφάλαιο είναι δήθεν σε όφελος του εργάτη, ότι ακριβώς αυτή η σύνδεση τον κρατάει στη ζωή. Επιδίωξη τους είναι να απομακρύνουν το προλεταριάτο από την ταξική πάλη κατά του καπιταλισμού, προσπαθώντας να συγκεντρώσουν την προσοχή του στα «αγαθά» της «καταναλωτικής κοινωνίας».

Για να αποσπάσουν την προσοχή από την καταπίεση και την οικονομική εκμετάλλευση, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές επινόησαν πολλές ψευδείς θέσεις. Κάνουν μεγάλη διαφήμιση στη θέση τους, κατά την οποία ο εργάτης στην «καταναλωτική κοινωνία» απολαμβάνει τόσα πολλά πράγματα, που τα οικονομικά προβλήματα τα τοποθετεί σε τελευταία μοίρα. Σύμφωνα με τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές, για τον εργάτη η μόνη σχεδόν ανησυχία έγιναν τα ζητήματα της θρησκείας, της οικογένειας, της γυναίκας, της τηλεόρασης, του αυτοκινήτου κ.λπ., τα οποία έκαναν δήθεν δυνατό ώστε το πρόβλημα της οικονομικής εκμετάλλευσης να μην είναι πια βασικό πρόβλημα της ταξικής πάλης και της επανάστασης. Όλα όμως αυτά γίνονται για να βάζουν νερό στο κρασί, για να απομακρύνουν τις εργαζόμενες μάζες από τον αγώνα για την ανατροπή του αστικού συστήματος.

Με την απόσπαση τους από τον μαρξισμό - λενινισμό και με την επιδίωξη να δημιουργήσουν μια νέα «θεωρία», που σε όλα τα θεμελιώδη ζητήματα να διαφέρει από τη διδασκαλία του Μαρξ και του Λένιν, οι ευ ρω κομμουνιστές έχουν βυθιστεί σε μεγάλη σύγχυση και αμηχανία, σε βαθιά ασυνέπεια και αντίφαση. Στην πράξη δεν είναι πια σε θέση να ερμηνεύσουν καμιά από τις σημερινές αντιθέσεις του καπιταλιστικού κόσμου, ούτε να δώσουν απαντήσεις στα προβλήματα που γεννιούνται απ' αυτές τις αντιθέσεις. Μιλούν μεν για τέτοια φαινόμενα, όπως για τις «κρίσεις», για «ανεργία», για «κατάπτωση και εκφυλισμό» της αστικής κοινωνίας, αλλά μένουν μόνο σε γενικές διαπιστώσεις που κανείς 5εν τις αρνείται, ακόμη και η ίδια η αστική τάξη. Ενσυνείδητα, προσπαθούν να καλύψουν τα αίτια τους, την άγρια καπιταλιστική εκμετάλλευση και να μην λένε ότι αυτή η εκμετάλλευση μπορεί να εξαλειφθεί μόνο με επανάσταση, με την ανατροπή όλων των παλιών σχέσεων που κάνουν να κρατηθεί στα πόδια το σύστημα της καπιταλιστικής καταπίεσης.

Με τις θέσεις τους της «κατάσβεσης της πάλης των τάξεων», σαν συνέπεια των «ουσιαστικών αλλαγών» που έχει δήθεν υποστεί η καπιταλιστική κοινωνία από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, της τεχνικό - επιστημονικής επανάστασης, της «αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού» κ.λπ., με τα κηρύγματα για την ανάγκη αποκατάστασης μιας πλατιάς ταξικής συνεργασίας, αφού ο σοσιαλισμός τώρα ενδιαφέρει δήθεν όχι μόνο την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες, αλλά και όλα σχεδόν τα στρώματα της αστικής τάξης, με εξαίρεση μιας μικρής ομάδας μονοπωλητών με τον ισχυρισμό ότι μπορεί να γίνει το πέρασμα στο σοσιαλισμό μέσα από μεταρρυθμίσεις, αφού η σημερινή καπιταλιστική κοινωνία αναπτύσσεται δήθεν στο δρόμο της ειρηνικής μετάβασης στο σοσιαλισμό κ.λπ., οι ευρωκομμουνιστές όχι μόνο στη θεωρία αλλά και στην πρακτική δράση ταίριαξαν με την παλιά ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, συγχωνεύτηκαν σε ενιαίο αντεπαναστατικό ρεύμα στην υπηρεσία της αστικής τάξης.

Η στάση απέναντι στην εργατική τάξη και τον ηγετικό της ρόλο ήταν λυδία λίθος για όλους τους επαναστάτες σε όλους τους καιρούς. Η παραίτηση από την ηγεμονία του προλεταριάτου στο επαναστατικό κίνημα, τόνιζε ο Λένιν, είναι η πιο χυδαία άποψη του ρεφορμισμού.
Αυτή όμως η χυδαιότητα δεν ανησυχεί τους ιταλούς ρεβιζιονιστές, διαφημίζουν μάλιστα τον ρεφορμισμό τους με τόσο θόρυβο και στόμφο, που πράγματι καταντούν γελοίοι. «Ο ίδιος ο καθοδηγητικός ρόλος της εργατικής τάξης στη μεταβατική πορεία του καπιταλισμού και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, δηλώνουν, μπορεί και πρέπει να πραγματοποιηθεί με συνεργασία και συμφωνία μεταξύ των διαφόρων κομμάτων και ρευμάτων που ποθούν το σοσιαλισμό και στα πλαίσια ενός δημοκρατικού συστήματος, στο οποίο θα χαίρουν πλήρη δικαιώματα όλα τα συνταγματικά κόμματα, ακόμα και εκείνα που δε θέλουν τον μετασχηματισμό της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση και εναντιώνονται σ' αυτόν, φυσικά, πάντα σεβόμενα τους δημοκρατικούς συνταγματικούς κανόνες» (La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.15-16).

Αυτή η «αυθεντική μαρξιστική» ιδέα, προσθέτουν οι μπερλινγκουερικοί, δεν είναι νέα ανακάλυψη, αλλά ανάπτυξη της σκέψης του Λαμπριόλα και του Τολιάττι. Στην προκειμένη περίπτωση οι ίδιοι ομολογούν πού έχουν τις ρίζες οι ιδέες αυτές. Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι ο Λαμπριόλα, που τώρα τον κάνουν κλασσικό, δεν ήταν συνεπής μαρξιστής. Στάθηκε πολύ μακριά από την επαναστατική δράση και τα προβλήματα της επανάστασης. Όσον αφορά τον Τολιάττι, το έργο του απέδειξε πια ότι ήταν φορέας παρέκκλισης και οπορτουνισμού.

Αναφερόμενοι στον Λαμπριόλα ή τον Τολιάττι, οι ιταλοί ρεβιζιονιστές και οι σύντροφοι τους στη Γαλλία ή την Ισπανία θέλουν να ρίξουν στη λήθη τη θεωρία του Λένιν για την αναγκαιότητα της ηγεμονίας του προλεταριάτου στην επανάσταση και στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Ο Λένιν, σε όλο το μεγαλοφυές έργο του υπεράσπισε και ανέπτυξε τη θεωρία του Μαρξ σχετικά με την ηγεμονία του προλεταριάτου στην επανάσταση, που εγκαταλείφθηκε από τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες. Τις σοσιαλδημοκρατικές απόψεις για το ζήτημα αυτό τις αναζωπύρωσαν τώρα οι ρεβιζιονιστές. Ο Λένιν απέδειξε ότι στις καινούριες συνθήκες του ιμπεριαλισμού, η ηγεμονία του προλεταριάτου είναι απαραίτητη όχι μόνο για τη σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά και για τη δημοκρατική. Διευκρίνισε ότι η εγκαθίδρυση αυτής της ηγεμονίας είναι απαραίτητη, επειδή στο προλεταριάτο πιο πολύ από κάθε άλλη κοινωνική τάξη, ενδιαφέρει η πλήρης νίκη της επανάστασης, η οδήγηση της μέχρι τέλους. Με τη θεωρία του Λένιν το προλεταριάτο πήγε στην επανάσταση και νίκησε, ενώ με τις θεωρίες που κηρύσσουν οι ρεβιζιονιστές, παραμένει καταπιεζόμενο από την αστική τάξη.

Η λενινιστική θεωρία για τον αδιαίρετο ηγετικό ρόλο της εργατικής τάξης δικαιώθηκε και εφαρμόστηκε θαυμάσια στην πραγματοποίηση της επανάστασης και στη νίκη του σοσιαλισμού και στην Αλβανία. Για τους αλβανούς κομμουνιστές ήταν από μιας αρχής ξεκάθαρο ότι τον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα μπορούσε να τον καθοδηγήσει προς την πλήρη νίκη μόνον ένα κόμμα, το κομμουνιστικό κόμμα, ότι μόνο μια τάξη μπορούσε να είναι ηγέτρια αυτού του αγώνα, η εργατική τάξη, ότι κυριότερη σύμμαχος της θα ήταν η φτωχή και μεσαία αγροτιά, ότι η νεολαία και οι σπουδαστές θα ήταν το βασικό στήριγμα του Κόμματος και από κοινού με τις Αλβανίδες θα αποτελούσαν τα μαχητικά στρώματα της λαϊκής επανάστασης.

Ο μικρός αριθμός της εργατικής τάξης στην Αλβανία δεν την εμπόδισε καν να παίξει τον ηγετικό ρόλο, γιατί είχε επικεφαλής το Κομμουνιστικό Κόμμα της, που καθοδηγούνταν από τα διδάγματα των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν. Η ορθή γραμμή του Κόμματος μας, που ανταποκρινόταν στις καταστάσεις και τα συμφέροντα των πλατιών εργαζόμενων μαζών, έκανε δυνατό να πραγματοποιηθεί η μεγάλη συσπείρωση του λαού γύρω από την εργατική τάξη σε ενιαίο μέτωπο κάτω από τη μοναδική και αδιαίρετη καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Η ορθή γραμμή και η καθοδήγηση του Κόμματος μας οδήγησε στη διεύρυνση του αγώνα, που ακολούθησε βαθμιαία ανοδική πορεία ώσπου προσέλαβε τη μορφή μιας γενικής εξέγερσης, ενός πλατιού ένοπλου λαϊκού αγώνα, μέχρι την απελευθέρωση της Αλβανίας και την εγκαθίδρυση της λαϊκής εξουσίας.

Οι ευρωκομμουνιστές, απαρνούμενοι τον ηγεμονικό και καθοδηγητικό ρόλο της εργατικής τάξης στην επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, δεν μπορούσαν παρά να εγκαταλείψουν και το ρόλο και την αποστολή του κομμουνιστικού κόμματος, που καθιέρωσε ο μαρξισμός - λενινισμός και επικύρωσε η μακρά ιστορία του διεθνούς επαναστατικού και κομμουνιστικού κινήματος.

Στις θέσεις του 15ου Συνεδρίου του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος αναφέρεται ότι έχει συγκροτηθεί τώρα το «νέο κόμμα». Τι είναι αυτό το «νέο κόμμα»; «Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αναφέρεται στο καταστατικό του, οργανώνει τους εργάτες, τους εργαζόμενους, τους διανοούμενους, τους πολίτες, που αγωνίζονται στα πλαίσια τον δημοκρατικού Συντάγματος για τη στερέωση και την ανάπτυξη του αντιφασιστικού δημοκρατικού καθεστώτος, για τη σοσιαλιστική ανανέωση της κοινωνίας, για την ανεξαρτησία των λαών, για τη χαλάρωση της έντασης και για την ειρήνη, για τη συνεργασία μεταξύ όλων των εθνών... Στο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αναφέρει στη συνέχεια το καταστατικό, μπορούν να μπουν οι πολίτες που συμπληρώνουν τα 18 χρόνια και που, ανεξάρτητα από τη φυλή, από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις και το θρήσκευμα, αποδέχονται το πολιτικό του πρόγραμμα και δεσμεύονται να δράσουν για την πραγματοποίηση του, με τη συμμετοχή τους σε μια από τις κομματικές οργανώσεις» (La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.153).

Αναφέραμε αυτό το μακρό άρθρο του καταστατικού του ιταλικού ρεβιζιονιστικού κόμματος, το οποίο καταστατικό είναι σχεδόν όμοιο με αυτό των ρεβιζιονιστικών κομμάτων Γαλλίας και Ισπανίας, για να δούμε πόσο απομακρύνθηκαν οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές από τις αντιλήψεις του λενινιστικού κόμματος και πόσο πολύ προσέγγισαν στα πρότυπα των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Μιλούν για «νέο κόμμα», θέλοντας να ξεχωρίζουν από το κόμμα λενινιστικού τύπου, αλλά στην πραγματικότητα το κόμμα τους, που το χαρακτηρίζουν νέο, είναι «παλιό κόμμα» από τα καλούπια των κομμάτων της Δεύτερης Διεθνούς, που τα πολέμησε ο Λένιν και στα ερείπια των οποίων ίδρυσε το Μπολσεβίκικο Κόμμα, το οποίο έγινε παράδειγμα και πρότυπο για όλα τα άλλα πραγματικά κομμουνιστικά κόμματα.

Η θέση που καταχωρείται αμέσως στην αρχή του καταστατικού, ότι στο κόμμα μπορεί να μπει οποιοσδήποτε ανεξάρτητα από τις φιλοσοφικές αντιλήψεις και το θρήσκευμα, δεν θέλει σχόλια για να αποδειχτεί ότι η φιλοσοφία του Μαρξ είναι ξένη γι αυτό το κόμμα, ότι ο εκλεκτικισμός του είναι απροκάλυπτος, ότι η γραμμή των καθελογής συμβιβασμών είναι στη στρατηγική του, άσε μετά στην τακτική, ότι το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα είναι κόμμα φιλελευθεριστικό, σοσιαλδημοκρατικό, με γραμμή, με πολιτική και με στάσεις περιστασιακές. Η φιλελευθεριστική πολιτική του το κάνει να κερδίζει κάποτε ψήφους, αλλά όχι να κερδίσει και να πάρει την εξουσία, το κάνει να χαίρει τους επαίνους της αστικής τάξης και τη συμπάθεια των παπάδων στις εκκλησίες και των καλόγερων στα μοναστήρια.

Η θεμελιώδης ιδέα του Λένιν σχετικά με το κόμμα, είναι ότι πρέπει αυτό να αποτελεί ενσυνείδητο τμήμα πρωτοπορείας της εργατικής τάξης, μαρξιστικό της τμήμα. Ο Λένιν λέει ότι «... το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο εκείνο το κόμμα που καθοδηγείται από μια πρωτοπόρα θεωρία» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τομ. 5ος, αλβ. έκδ., σελ. 435 - 436.)
Αυτή η πρωτοπόρα επαναστατική θεωρία και σίγουρη καθοδήγηση προς τη νίκη είναι ο μαρξισμός - λενινισμός. Οι ρεβιζιονιστές, όχι μόνο εγκατέλειψαν το μαρξισμό, η αποδοχή του οποίου αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να είναι κομμουνιστικό ένα κόμμα, αλλά επιτρέπουν στο κόμμα τους να συμβιώνουν, όπως το έχουν και οι ίδιοι επικυρώσει στο καταστατικό, όλες οι αστικές, οπορτουνιστικές, αντιδραστικές ή φασιστικές φιλοσοφικές αντιλήψεις. Εκείνο που χαρακτηρίζει, που διακρίνει τα κομμουνιστικά κόμματα, είναι ο μαρξισμός - λενινισμός, η μοναδική ιδεολογία τους, από την οποία καθοδηγούνται και στην οποία εμμένουν πιστά καθ' όλη τη δράση τους. Χωρίς το μαρξισμό - λενινισμό δεν μπορεί να υπάρξει κομμουνιστικό κόμμα.

Τα πραγματικά κόμματα των κομμουνιστών είναι κόμματα για την πραγματοποίηση της επανάστασης και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, ενώ τα λεγόμενα κομμουνιστικά κόμματα Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και άλλα του είδους τους είναι κόμματα των αστικών μεταρρυθμίσεων. Τα μεν πρώτα είναι κόμματα ανατροπής του αστικού συστήματος και της οικοδόμησης του καινούριου κόσμου, τα δε δεύτερα είναι κόμματα της υπεράσπισης του καπιταλιστικού συστήματος και της διαφύλαξης του παλιού κόσμου.
Την εποχή που ο Λένιν αγωνιζόταν ενάντια στους οπορτουνιστές για την ίδρυση του Μπολσεβίκικου Κόμματος έλεγε: «... δώστε μας μια οργάνωση επαναστατών - κι εμείς θα ανατρέψουμε τη Ρωσία» ( Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τομ. 5ος, αλβ. έκδ., σελ. 555).
Ο Λένιν ίδρυσε τέτοιο κόμμα και οδήγησε τη ρωσική εργατική τάξη στην ένδοξη νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης.

Μα οι ρεβιζιονιστές του Μπερλίνγκουερ προς τα πού θέλουν να οδηγήσουν την ιταλική εργατική τάξη; «Να αγωνιζόμαστε στα πλαίσια του Συντάγματος της Δημοκρατίας», λένε. Και η αστική τάξη τους λέει: «Μέσα στο καφάσι του Συντάγματός μου αγωνιστείτε όσο θέλετε, αυτό δεν με πειράζει καθόλου». Για να περιφρουρήσει το Σύνταγμα, τους νόμους και τους θεσμούς της, η αστική τάξη έχει το στρατό, την αστυνομία, τα δικαστήρια κ.λπ. Στο πλευρό της στέκει τώρα και το ρεβιζιονιστικό κόμμα που πολεμάει για να κρατήσει καταπιεσμένη και υποδουλωμένη την εργατική τάξη, να τη διαφθείρει ιδεολογικά καινά την αποπροσανατολίσει πολιτικά. Μετατράπηκε σε θεσμό της αστικής εξουσίας για να στομώσει το επαναστατικό πνεύμα της εργατικής τάξης, να αμαυρώσει τη σοσιαλιστική προοπτική της, για να μην της επιτρέψει να αντιληφθεί την άθλια κατάσταση στην οποία βρίσκεται και να ξεσηκωθεί στον αποφασιστικό αγώνα για την ανατροπή της αστικής τάξης.

Ο «σοσιαλισμός» των ευρωκομμουνιστών είναι το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα
Πώς τον φαντάζονται οι ευρωκομμουνιστές το σοσιαλισμό; Παρ' όλο που για δημαγωγία είναι υποχρεωμένοι να μιλούν για σοσιαλισμό, ο «σοσιαλισμός» που θέλουν να οικοδομήσουν οι ευρωκομμουνιστές είναι καθαρά μια μπλόφα και μια απάτη.

Είναι γνωστό ότι την ιδέα του σοσιαλισμού όχι μόνο τώρα, αλλά και από παλιά καπηλεύονταν πολλοί φιλόσοφοι και αστικά και μικροαστικά ιδεολογικά ρεύματα. Γύρω από το σοσιαλισμό επινοήθηκαν πολλά ουτοπικά σχήματα και έγιναν αμέτρητες σπέκουλες. Ο Μαρξ απέρριψε όλες τις παλιές μορφές του σοσιαλισμού και δίδαξε το παγκόσμιο προλεταριάτο να οργανωθεί και να αγωνιστεί για την εγκαθίδρυση του καινούριου κοινωνικού συστήματος με βάση τον πραγματικό επιστημονικό σοσιαλισμό.

Από το πρώτο κιόλας προγραμματικό ντοκουμέντο του μαρξισμού, στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο», ο Μαρξ και ο Ένγκελς κάνουν ολόπλευρη κριτική σε διάφορες ψευδοσοσιαλιστικές θεωρίες, στο «φεουδαρχικό σοσιαλισμό», στο «μικροαστικό σοσιαλισμό», στο γερμανικό «αληθινό σοσιαλισμό», στο «συντηρητικό ή αστικό σοσιαλισμό». Αποκάλυψαν το ταξικό τους περιεχόμενο σαν αντεπιστημονικές θεωρίες που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Στην καταπολέμηση των αστικών και μικροαστικών, οπορτουνιστικών και αναρχικών θεωριών που εμπόδιζαν τη χειραφέτηση του προλεταριάτου και τον αγώνα του, το «Μανιφέστο» δίδασκε την εργατική τάξη ότι αυτή μπορούσε να απαλλαγεί από την αστική καταπίεση και εκμετάλλευση μόνο με την επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου, ότι δεν μπορούσε να απελευθερωθεί χωρίς να απελευθερώσει ταυτόχρονα όλη την κοινωνία.

Η ιστορία απέδειξε ότι μετά τη γέννηση του μαρξισμού, κάθε άλλο ιδεολογικό ρεύμα που βγήκε με σοσιαλιστικά συνθήματα, στην πορεία της ταξικής πάλης έχει μετατραπεί σε αντιδραστικό ρεύμα. Μόνο ο μαρξισμός δίνει την σαφή ιδεατής πραγματικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Κανένας σοσιαλισμός δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί και να οικοδομηθεί χωρίς να στηριχθεί σ' αυτή τη θεωρία.
Η πρώτη μεγάλη επιβεβαίωση της μαρξιστικής θεωρίας διατυπωμένης στο «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» ήταν τα επαναστατικά γεγονότα της περιόδου 1848 - 1849, που συγκλόνισαν όλη την Ευρώπη.

Οι επαναστάσεις όχι μόνο ανοίγουν το δρόμο στην κοινωνική πρόοδο, αλλά γίνονται πάντα και ο τάφος των ψεύτικων, ουτοπιστικών, ρεβιζιονιστικών και άλλων θεωριών. Αυτό συνέβηκε και με τις θεωρίες του «αστικού σοσιαλισμού», του «μικροαστικού σοσιαλισμού» κ.λπ., που παραχώθηκαν από τις επαναστάσεις της περιόδου 1848 -1849.
Το μεγαλύτερο κακό αυτών των λεγόμενων σοσιαλιστικών θεωριών, ήταν το γεγονός ότι αγνοούσαν τελείως τον επαναστατικό ταξικό αγώνα του προλεταριάτου και παρίσταναν το σοσιαλισμό σαν πραγματοποίηση του ενός ή του άλλου συστήματος που επινόησε ο ένας ή ο άλλος «θεωρητικός». Από δω προέρχονταν όλες εκείνες οι ψευδαισθήσεις ότι η ίδρυση των σωματείων που υποστηρίζονται από το κράτος, ο περιορισμός του κληρονομικού δικαιώματος, η καθιέρωση της προοδευτικής φορολογίας θα οδηγήσουν σταδιακά και σε δρόμο ειρηνικό στο σοσιαλισμό. Αυτό τον «δογματικό σοσιαλισμό» είχαν κηρύξει και κήρυσσαν ο Προυντόν και ο Λουί Μπλαν, οι «πραγματικοί» γερμανοί σοσιαλιστές και οι ουτοπιστές κομμουνιστές όπως οι Βαϊτλίινγκ, Καμπέ, Ντεζαμύ και άλλοι.

Αυτό το δογματικό σοσιαλισμό, λέει ο Μαρξ, η εργατική τάξη τον αφήνει στη μικροαστική τάξη, ενώ «... το προλεταριάτο συσπειρώνεται όλο και πιο πολύ γύρω από τον επαναστατικό σοσιαλισμό, γύρω από τον κομμουνισμό... Ο σοσιαλισμός αυτός - λέει σε συνέχεια - είναι η διαρκής κήρυξη της επανάστασης, η ταξική δικτατορία του προλεταριάτου, σαν αναγκαίο μεταβατικό σημείο για την κατάργηση των ταξικών διακρίσεων γενικά, για την κατάργηση όλων των σχέσεων παραγωγής που πάνω τους στηρίζονται οι ταξικές διακρίσεις, για την κατάργηση όλων των κοινωνικών σχέσεων που ανταποκρίνονται σ' αυτές τις σχέσεις παραγωγής, για την ανατροπή όλων των ιδεών που προκύπτουν απ ' αυτές τις κοινωνικές σχέσεις» (Κ- Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα, τομ. Ι, αλβ. έκδοση, σελ. 226, Τίρανα, 1975.)

Οι νέοι προυντονιστές, όπως οι Ζωρζ Μαρσέ, Ενρίκο Μπερλίν-γκουερ, Σαντιάγκο Καρρίγιο και άλλοι προσπαθούν σήμερα να επιβάλουν στο δυτικοευρωπαϊκό προλεταριάτο τις παλιές, αλλά καλυμμένες με διάφορους μανδύες, φιλοσοφίες, που τις είχε απορρίψει ο Μαρξ. Όλοι οι ρεβιζιονιστές θέλουν με τις «θεωρίες» τους να εξαπατήσουν τις μάζες, αφαιρώντας από το μαρξισμό ακριβώς τις επιστημονικές του βάσεις. Δεν κάνουν άλλο παρά εξαπατούν όταν λένε ότι «είναι αντικειμενικοί στη γνώση των νόμων που συμβάλλουν στην προώθηση της κοινωνίας»! Στην πραγματικότητα κατάντησαν λακέδες της «καταναλωτικής κοινωνίας» την οποία δημιούργησε η καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική αστική τάξη για να εξασφαλίσει μέγιστα κέρδη από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων μαζών. Αυτοί οι ρεβιζιονιστές επιθυμούν να καταναλώσουν και οι ίδιοι ένα μέρος από την υπεραξία που παράγεται από το προλεταριάτο των χωρών τους.

Τι είναι ο σοσιαλισμός, ποια είναι η σοσιαλιστική κοινωνία, τι εκπροσωπεί και τι πραγματοποιεί αυτή, δεν αποτελεί πια ζήτημα του μέλλοντος, αλλά μια συγκεκριμένη πραγματικότητα, μια ολόκληρη ιστορική πρακτική, ένα απτό κοινωνικό σύστημα. Ο πραγματικός επιστημονικός σοσιαλισμός, ο σοσιαλισμός που κηρύσσουν οι μεγαλοφυΐες της επανάστασης, οι Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, πραγματοποιήθηκε και έζησε για μακρό χρονικό διάστημα στη Σοβιετική Ένωση και σε πολλές άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, ζει και προοδεύει στη σοσιαλιστική Αλβανία. Οι προσπάθειες που καταβάλλουν σήμερα οι ευρωκομμουνιστές για να «αποδείξουν» ότι ο πραγματικός σοσιαλισμός δεν υπήρξε ποτέ και πουθενά, ότι η σοσιαλιστική κοινωνία που οικοδομήθηκε στη Σοβιετική Ένωση από το Λένιν και το Στάλιν ήταν, λέει, μια «παραποίηση του σοσιαλισμού", μάλιστα μια «αποτυχία» των αντιλήψεων και της ιδέας που είχαν για το σοσιαλισμό ο Μαρξ και ο Λένιν, δεν είναι παρά έκφραση της έχθρας τους απέναντι στον κομμουνισμό, έκφραση της επιθυμίας τους να διαφυλάξουν άθιχτη την υπάρχουσα αστική κοινωνία.

Οι ιταλοί, γάλλοι και ισπανοί ρεβιζιονιστές, ώσπου φθάσανε στην άρνηση του σοσιαλισμού, διήνυσαν μακρύ δρόμο. Αρχικά ισχυρίζονταν ότι ο σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ένωση διαιρείται σε δύο μέρη, σε «λενινιστικό σοσιαλισμό», που ήταν καλός, δίκαιος, αλλά περιορισμένος από τις ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας, γι αυτό και ακατάλληλος για τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, και σε «σταλινικό σοσιαλισμό», κακός, επειδή ήταν δήθεν παραποίηση του πρώτου, διαστρεβλωμένος, γραφειοκρατικοποιημένος κ.λπ. Αυτή η εξέλιξη στις κρίσεις δεν είναι τυχαία. Αν γινόταν δεχτή η «λενινιστική πείρα», έστω και με επιφυλάξεις, αν γινόταν, λόγου χάρη, δεχτή η ορθότητα της χρησιμοποίησης της επαναστατικής βίας στην κατάληψη της εξουσίας, τότε δεν έμενε χώρος για το ευρωκομμουνιστικό «πρότυπο» του σοσιαλισμού. Η θεωρία του Λένιν σχετικά με την επανάσταση και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, που είναι παραπέρα ανάπτυξη των διδαγμάτων του Μαρξ, είναι τόσο ολοκληρωμένη, τόσο συνεκτική, τόσο επιστημονική και λογική, που, ή γίνεται αποδεχτή έτσι όπως έχει, ή δεν γίνεται καθόλου αποδεχτή. Δεν μπορεί κανείς να την τεμαχίσει χωρίς να πέσει σε ανειρήνευτες αντιθέσεις και σε παραλογισμούς.

Έτσι, οι ευρωκομμουνιστές δεν είναι τώρα μόνο ενάντια στο Στάλιν, αλλά εγκατέλειψαν και το λενινισμό, νομίζοντας ότι μ' αυτό γλίτωσαν και βρήκαν το δρόμο για να κηρύσσουν τον «ευρωκομμουνιστικό σοσιαλισμό». Ωστόσο, αν αυτοί παραιτήθηκαν από το λενινισμό, το προλεταριάτο όμως δεν παραιτείται από το λενινισμό. Ο λενινισμός είναι ζωντανή επιστήμη, είναι η μαχητική ιδεολογία του προλεταριάτου, είναι η σημαία της επανάστασης και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Ο λενινισμός είναι εκείνο το ισχυρό όπλο, με το οποίο οι πραγματικοί επαναστάτες, όλοι όσοι θέλουν τον κομμουνισμό και αγωνίζονται για το σοσιαλισμό, αγωνίζονται ενάντια σε όλους τους εχθρούς, ενάντια στην αστική τάξη και τους συνεργάτες της. Ο λενινισμός είναι ο καθρέφτης που δείχνει το πραγματικό πρόσωπο των ευρωκομμουνιστών και όλων των άλλων ρεβιζιονιστών, που αποκαλύπτει την πλαστότητα των οπορτουνιστικών «θεωριών» τους, που δείχνει την αντιδραστική τους δράση ενάντια στο προλεταριάτο, το σοσιαλισμό και στην υπόθεση των λαών.

Για να απαλλαγούν από τη δυσαρέσκεια της βάσης του κόμματος τους, από τις αμφιβολίες που προκαλούν οι «θεωρίες» για το «σοσιαλισμό» που προτείνουν και γενικά οι συγκεχυμένες και αντιφατικές θέσεις τους, οι ευρωκομμουνιστές δηλώνουν ότι ο σοσιαλισμός τους δεν αποτελεί ακόμη ένα «πρότυπο», δεν είναι ακόμη κάτι το ξεκάθαρο και οριστικό, αλλά μόνο «μια ανάγκη προς εξερεύνηση του δρόμου» που οδηγεί σ' αυτή την κοινωνία και που πρέπει να τεθεί για συζήτηση. Μ' ένα λόγο, να κοπανίζουν αέρα, γιατί τίποτε δεν πραγματοποιείται.

Ο κατά φαντασία των ευρωκομμουνιστών «σοσιαλισμός» είναι μια κοινωνία, στην οποία αναμιγνύονται και συζούν σοσιαλιστικά και καπιταλιστικά στοιχεία στην οικονομία και στην πολιτική, στη βάση και το εποικοδόμημα. Στο «σοσιαλισμό» τους θα υπάρχει και «σοσιαλιστική ιδιοκτησία», και καπιταλιστική ιδιοκτησία, θα υπάρχουν δηλαδή και εκμεταλλεύτριες και εκμεταλλευόμενες τάξεις1 κοντά στο κόμμα της εργατικής τάξης θα υπάρχουν και αστικά κόμματα- η προλεταριακή ιδεολογία θα συμβιεί με τις άλλες ιδεολογίες· το κράτος σ' αυτό το «σοσιαλισμό» θα είναι ένα κράτος όπου έχουν εξουσία όλες οι τάξεις και όλα τα κόμματα.
Μια τέτοια νοθογενή καπιταλιστο - σοσιαλιστική κοινωνία οι ευρωκομμουνιστές μπορούν να την ονειρεύονται όσο θέλουν, αλλά η κοινωνία που αυτοί σχεδιάζουν, δεν μπορεί ποτέ να πραγματοποιηθεί. Ο σοσιαλισμός και ο καπιταλισμός είναι δύο διαφορετικά κοινωνικά συστήματα που το ένα αποκλείει το άλλο. Ο καπιταλισμός υπάρχει όσον καιρό κρατά σε καταπίεση και εκμετάλλευση το προλεταριάτο και τις εργαζόμενες μάζες, ενώ ο σοσιαλισμός ορθώνεται και αναπτύσσεται μόνο πάνω στα ερείπια του καπιταλισμού και μετά την πλήρη ανατροπή του.

Για να δικαιολογήσουν τις κατά βάθος οπορτουνιστικές απόψεις τους, οι ευρωκομμουνιστές υπερεκτιμούν το ρόλο της τεχνικής, των παραγωγικών μέσων στην εξέλιξη της κοινωνίας, γλιστρώντας έτσι στη λεγόμενη θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων, που ήταν η ιδεολογική βάση όλου του οπορτουνισμού της 2ης Διεθνούς.

Κατά τη γνώμη τους, η ώθηση προς το σοσιαλισμό γίνεται από μόνη της, αυθόρμητα, από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Γι αυτό, λένε, για τη μετάβαση στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει ανάγκη ούτε για ταξική πάλη, ούτε για προλεταριακή επανάσταση. Σύμφωνα με τους ευρωκομμουνιστές ακόμα και στις χώρες όπου έχει πραγματοποιηθεί η επανάσταση και έχουν εγκαθιδρυθεί οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής, σε περίπτωση που υπάρχει σχετικά χαμηλό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, δεν μπορεί κι εκεί να γίνει λόγος για υπαρκτό πραγματικό σοσιαλισμό.

Για το πόσο απομακρύνθηκαν οι ευρωκομμουνιστές από την ιδέα του σοσιαλισμού και ποια σοσιαλιστική κοινωνία θέλουν να χτίσουν, αρκεί να εξεταστούν μερικές από τις κυριότερες θέσεις τους, τις οποίες προπαγανδίζουν με μπούγιο και με ταμ - ταμ σαν «την ανώτερη εξέλιξη της προοδευτικής σκέψης της σημερινής ανθρώπινης κοινωνίας».

«Για την πραγματοποίηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, δηλώνουν οι ιταλοί ρεβιζιονιστές, δεν είναι αναγκαία η ολοκληρωτική κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής. Παράλληλα με έναν δημόσιο τομέα... θα δρα η ιδιωτική πρωτοβουλία... Ιδιαίτερο ρόλο θα παίζουν η αγροτική ιδιοκτησία ενωμένη ελεύθερα· η βιοτεχνία· η μικρή και μεσαία βιομηχανία· η ιδιωτική πρωτοβουλία στον τομέα των τρίτων δραστηριοτήτων... Σ' αυτή την αντίληψη για την πορεία του μετασχηματισμού της κοινωνίας σε σοσιαλιστική κατεύθυνση πρέπει να υπάρχει μια διασύνδεση του οικονομικού συστήματος, που να εξασφαλίζει έναν συντονισμό μεταξύ προγραμματισμού και αγοράς, μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας...»( La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.12-13)

Για έναν τέτοιο «σοσιαλισμό» διατείνονται και οι γάλλοι ρεβιζιονιστές. Αυτή η κοινωνία, διαφημίζουν, «απαιτεί ένα επαρκές σύνολο δημοκρατικών εθνικοποιήσεων, παράλληλα με άλλες μορφές κοινωνικής ιδιοκτησίας και ενός οικονομικού συστήματος βασισμένου στην ατομική ιδιοκτησία».("Ο δημοκρατικός δρόμος προς το σοσιαλισμό στη Γαλλία", L’Humanite, 13/1/1979)
Ο Καρρίγιο λέει: «Αυτό το σύστημα που θα είναι μικτού χαρακτήρα στον τομέα της οικονομίας θα εκφράζεται σε ένα πολιτικό καθεστώς στο οποίο οι ιδιοκτήτες θα οργανώνονται όχι μόνο οικονομικά, αλλά επίσης και σε ένα ή σε πολλά πολιτικά κόμματα, που αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα τους. Αυτή η κατάσταση θα γίνει ένα από τα συστατικά του πολιτικού και ιδεολογικού πλουραλισμού».(S. Carillio, "Eurocommunisme" et etat, France, 1977, p.121-122)
Δε χρειάζεται καμιά ιδιαίτερη γνώση των κοινωνικών νόμων, για να εννοηθεί ότι η εικόνα της λεγόμενης σοσιαλιστικής κοινωνίας που παρουσιάζουν οι ευρωκομουνιστές, δεν είναι παρά η καθαυτού και η πιο τυπική εικόνα της σημερινής αστικής κοινωνίας. Το βασικό στοιχείο που χαρακτηρίζει ένα κοινωνικό σύστημα είναι η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Σε περίπτωση που η ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής είναι ατομική, τότε έχουμε να κάνουμε με ένα σύστημα όπου υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, όπου στο έναν πόλο η περιουσία συγκεντρώνεται στα χέρια μιας μειοψηφίας και στον άλλο πόλο ζει σε φτώχεια και αθλιότητα η συντριπτική πλειοψηφία του λαού. Τώρα έχει αποδειχτεί ότι δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός, χωρίς την εξάλειψη της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, χωρίς τη συντριβή του αστικού κράτους. Δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει σοσιαλισμός χωρίς την εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, ανεξαίρετα σε όλους τους τομείς, χωρίς την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, το προλεταριάτο αγωνίστηκε και αγωνίζεται γενναία, με θυσίες και αυταπάρνηση. Γι' αυτό το σκοπό και επεξεργάστηκε την ιδεολογία του, το μαρξισμό - λενινισμό, που να το καθοδηγούσε στην επανάσταση και στην εγκαθίδρυση την κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, στην εξάλειψη της εκμετάλλευσης που απορρέει από την ατομική ιδιοκτησία σ' αυτά τα μέσα και στην εξάλειψη της φτώχειας. Το προλεταριάτο πραγματοποίησε αυτό το στόχο σε εκείνες τις χώρες όπου θριάμβευσε η επανάσταση και εγκαθιδρύθηκε ο σοσιαλισμός. Αυτή η πείρα, την οποία κάθε μέρα και πιο πολύ τη δικαιώνει και η πρακτική της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην Αλβανία, δείχνει ότι βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας είναι ακριβώς η απαλλοτρίωση της αστικής τάξης και ο μετασχηματισμός όλης της οικονομίας της χώρας σε σοσιαλιστικές βάσεις, η εγκαθίδρυση της κοινωνικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.

Η απελευθέρωση βρήκε την Αλβανία χώρα καθυστερημένη από οικονομικοκοινωνική και πολιτιστική άποψη, κυρίως αγροτική, σχεδόν χωρίς βιομηχανία, με πολύ χαμηλό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Αποτελούσε άραγε αυτό εμπόδιο για την καθιέρωση των σοσιαλιστικών σχέσεων στην παραγωγή; Ασφαλώς, μεγάλο κιόλας εμπόδιο, αλλά όχι αξεπέραστο. Το κόμμα μας δεν μπορούσε να περιμένει να αναπτυχθούν σε υψηλό βαθμό οι παραγωγικές δυνάμεις, για να καθιέρωνε μετά τις σοσιαλιστικές σχέσεις.

Από τα πρώτιστα και σημαντικότερα μέτρα που έλαβε η λαϊκή μας εξουσία, ήταν η εξάλειψη του ξένου κεφαλαίου και η μετατροπή των επιχειρήσεων του σε κρατική σοσιαλιστική ιδιοκτησία1 η εφαρμογή μιας πλατιάς και ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης, η οποία εξάλειψε όχι μόνο τη μεγάλη ιδιοκτησία των φεουδαρχών και των τσιφλικάδων, αλλά περιόρισε κατά πολύ και την ιδιοκτησία των πλουσίων αγροτών. Αυτά τα μέτρα βαθιού επαναστατικού χαρακτήρα δημιούργησαν σημαντικές προϋποθέσεις για τη σταδιακή σοσιαλιστική αλλαγή του χωριού, για την ανάπτυξη εκεί του συνεταιριστικού κινήματος.
Το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, έχοντας αλάνθαστη πυξίδα το μαρξισμό - λενινισμό, καθώς και την πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση, έβαλε σαν κύριο στόχο την εξάλειψη της οικονομικής βάσης του καπιταλισμού και την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού στην πόλη και το χωριό.

Η κοινωνικοποίηση των κυριότερων μέσων παραγωγής πραγματοποιήθηκε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα και εφαρμόστηκε διαμέσου της κρατικοποίησης χωρίς αποζημιώσεις. Δύο χρόνια μετά την Απελευθέρωση, το 1946, κρατική σοσιαλιστική ιδιοκτησία ήταν η τράπεζα, η βιομηχανία, τα ορυχεία, οι ηλεκτρικοί σταθμοί, οι μεταφορές, οι επικοινωνίες, το εξωτερικό εμπόριο, το εσωτερικό εμπόριο χοντρικής πώλησης, ένα μέρος του εμπορίου λιανικής πώλησης, οι σταθμοί αυτοκινήτων και τρακτέρ, τα δάση, τα νερά, ο υπόγειος πλούτος. Ο σοσιαλιστικός τομέας της οικονομίας κατείχε δηλαδή δεσπόζουσες θέσεις.
Μεγάλο πρόβλημα για κάθε σοσιαλιστική επανάσταση είναι το αγροτικό πρόβλημα. Από τη σωστή επίλυση του εξαρτάται η ανάπτυξη της όλης οικονομίας και η σταθερότητα της ίδιας της λαϊκής εξουσίας. Στην Αλβανία, όπου η αγροτιά αποτελούσε τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού και η γεωργία την κυριότερη βάση της οικονομίας, το αγροτικό πρόβλημα προσλάμβανε μεγάλη οξύτητα και αποφασιστική σημασία. Ο δρόμος που ακολούθησε το Κόμμα μας για την επίλυση αυτού του πρώτιστου ζητήματος, ήταν ο λενινιστικός δρόμος της σοσιαλιστικής σύμπραξης.
Εμμένοντας αυστηρά στην αρχή της ελεύθερης θέλησης της αγροτιάς να ενωθεί σε συνεταιρισμούς, η πορεία της κολλεκτιβοποίησης της γεωργίας, που άρχισε σχεδόν αμέσως μετά την Απελευθέρωση της χώρας και διήρκησε περίπου 15 - 20 χρόνια, έγινε χωρίς να εφαρμοστεί προηγούμενα η κρατικοποίηση της γης. Η κρατικοποίηση έγινε μόνο αφού είχε λήξει οριστικά η κολλεκτιβοποίηση, με την έγκριση του νέου Συντάγματος, το 1976.

Με την οικοδόμηση της οικονομικής βάσης του σοσιαλισμού στην πόλη και το χωριό εξαλείφθηκαν σαν τάξη οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, εξαλείφθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Έμειναν δύο μόνο φίλες τάξεις, η εργατική τάξη και η συνεταιριστική αγροτιά, συνδεδεμένες μεταξύ τους από κοινά ιδανικά, σκοπούς και συμφέροντα, καθώς και το κοινωνικό στρώμα της σοσιαλιστικής διανόησης, που βγήκε από τους κόλπους του εργαζόμενου λαού και διαμορφώθηκε στα χρόνια της λαϊκής εξουσίας.

Η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δεν μπορεί να γίνει ούτε με διατάγματα, ούτε και αυθόρμητα. Ο σοσιαλισμός οικοδομείται με πολλαπλές, δυνάμεις, με τη συμμετοχή όλου του εργαζόμενου λαού και με ένα γενικό, συντονισμένο και συγκεντρωτικό σχέδιο.

Εφαρμόζοντας μια ορθή πολιτική για την εκβιομηχάνιση της χώρας, η Αλβανία μπόρεσε να μετατραπεί γρήγορα από καθυστερημένη γεωργική χώρα σε χώρα με ανεπτυγμένη βιομηχανία και γεωργία, με προηγμένη παιδεία και κουλτούρα, σε χώρα όπου ο λαός ζει πραγματικά ελεύθερος και ευτυχισμένος.
Οι ευρωκομμουνιστές δεν αναγνωρίζουν την πείρα μας, ούτε και την πείρα της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων χωρών, όταν αυτές ήταν σοσιαλιστικές. Θέλουν να εφεύρουν έναν «καινούργιο» σοσιαλισμό. Πρέπει όμως να έχεις αλλοπρόσαλλη λογική για να αναγνωρίζεις την ύπαρξη στην κοινωνία της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και ταυτόχρονα να σκέφτεσαι ότι μπορεί να αποφύγεις την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, να μιλάς για «σοσιαλιστικούς μετασχηματισμούς», για «ισότητα», για «δικαιοσύνη» κ.λπ., καθώς κηρύσσουν οι ευ ρω κομμουνιστές. Η διατήρηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», δηλαδή της δυνατότητας καπιταλιστικής συσσώρευσης στην κοινωνία που προτείνουν οι ευρωκομμουνιστές, στην πραγματικότητα σημαίνει να διαφυλαχτεί ακέραιο, αβλαβές και άθικτο το καπιταλιστικό σύστημα.

Σε όλες τις φιλοσοφικές φαντασίες τους, καθώς και στα προγράμματα που έχουν διακηρύξει τα κόμματα τους, οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές δε θίγουν καθόλου το ζήτημα για το τι θα γίνει με τις πολυεθνικές εταιρείες και με τα ξένα κεφάλαια. Εφόσον δεν τα αναφέρουν, σημαίνει ότι αυτά παραμένουν συστατικά μέρη της «σοσιαλιστικής» κοινωνίας που αυτοί κηρύσσουν, σημαίνει ότι το μεγάλο αμερικάνικο, δυτικογερμανικό, αγγλικό, γαλλικό κ.λπ. κεφάλαια δε θα νοιάζονται πια για υπερκέρδη, αλλά θα εξυπηρετούν το σοσιαλισμό. Αυτό σημαίνει να βλέπεις όνειρα μέρα μεσημέρι. Ο Καρρίγιο, ο Μπερλίνγκουερ και ο Μαρσέ στο ζήτημα αυτό δεν μπορούν να πλησιάσουν ούτε εκείνους τους κύκλους της αστικής τάξης, σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες που, αν και δεν είναι υπέρ του σοσιαλισμού, απαιτούν το διώξιμο του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου και την απαλλαγή τους από τις πολυεθνικές εταιρείες.

Όσον αφορά τον λεγόμενο «δημόσιο τομέα», την ύπαρξη του οποίου προβλέπει ο «ευρωκομμουνιστικός σοσιαλισμός», εδώ πρόκειται για μια καθαρά ορολογική καπηλεία, για μια συνηθισμένη προσπάθεια να πουλούν σαν σοσιαλιστικό οικονομικό τομέα τον τομέα του κρατικού καπιταλισμού, που στον έναν ή τον άλλο βαθμό υπάρχει σήμερα σε όλες τις αστικές χώρες.
Είναι γνωστό πώς δημιουργήθηκε και γιατί δημιουργήθηκε ο τομέας του κρατικού καπιταλισμού, ή ο «δημόσιος τομέας», όπως τον αποκαλεί η αστική τάξη.
Ο κρατικός καπιταλισμός στις εκβιομηχανισμένες χώρες της Ευρώπης υπήρχε και πριν, αλλά καταφανή ανάπτυξη είχε προπαντός μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Δημιουργήθηκε σαν αποτέλεσμα μερικών παραγόντων. Στην Ιταλία, λόγου χάρη, επινοήθηκε από την αστική τάξη σαν αποτέλεσμα της όξυνσης της πάλης των τάξεων και της μεγάλης πίεσης των εργαζόμενων μαζών που ζητούσαν την απαλλοτρίωση του μεγάλου κεφαλαίου, ιδιαίτερα του κεφαλαίου που συνδέονταν με το φασισμό και που ήταν υπεύθυνο για τις καταστροφές που έπαθε η χώρα. Για να αποφύγει την παραπέρα ριζοσπαστικότητα του αγώνα των εργαζόμενων μαζών και να αποτρέψει τις επαναστατικές εκρήξεις, η αδύνατη ιταλική αστική τάξη έκανε την κρατικοποίηση ορισμένων μεγάλων βιομηχανιών, κρατικοποίηση που ικανοποιούσε ακόμα και τα αμεσότερα αιτήματα των κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών κομμάτων, που βγήκαν ισχυρά από τον πόλεμο. Στην Αγγλία η δημιουργία του «δημόσιου τομέα», όπως των σιδηροδρόμων ή του πετροκάρβουνου, ήταν αποτέλεσμα της εγκατάλειψης από μέρους του μεγάλου κεφαλαίου μερικών καθυστερημένων και μη προσοδοφόρων κλάδων, τους οποίους πέρασε στο κράτος να τους χρηματοδοτεί από τον προϋπολογισμό, από τους φορολογούμενους, ενώ τα ίδια τα κεφάλαια τα έριξε στους τομείς των νέων βιομηχανιών με υψηλή τεχνολογία, όπου εξασφαλίζονταν πιο γρήγορα και πιο πολλά υπερκέρδη.

Τέτοιες κρατικοποιήσεις έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται για τον έναν ή τον άλλο λόγο και σε άλλες χώρες, αλλά δεν άλλαξαν και ούτε μπορούν ποτέ να αλλάξουν την καπιταλιστική φύση του ισχύοντος συστήματος, δεν μπορούν να εξαλείψουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση, την ανεργία, τη φτώχεια, την έλλειψη δημοκρατικών ελευθεριών και δικαιωμάτων.

Ο κρατικός καπιταλισμός, όπως έχει πια αποδείξει η μακρόχρονη πείρα, διατηρείται και αναπτύσσεται από την αστική τάξη, όχι για να δημιουργήσει τις βάσεις της σοσιαλιστικής κοινωνίας, καθώς λένε οι ρεβιζιονιστές, αλλά για να δυναμώσει τις βάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, του αστικού κράτους της, για να εκμεταλλεύεται και να καταπιέζει ακόμα πιο πολύ τους εργαζόμενους. Εκείνοι που διευθύνουν τον «δημόσιο τομέα» δεν είναι εκπρόσωποι των εργατών, αλλά άνθρωποι του μεγάλου κεφαλαίου, εκείνοι που έχουν στα χέρια τους τα ηνία της όλης οικονομίας του κράτους. Η κοινωνική θέση του εργάτη στις επιχειρήσεις του «δημόσιου τομέα» δε διαφέρει καν από την κοινωνική θέση του εργάτη του ιδιωτικού τομέα η σχέση του στα μέσα παραγωγής, στην οικονομική διεύθυνση της επιχείρησης, στην πολιτική των επενδύσεων, των αποδοχών κ.λπ., είναι η ίδια. Στις επιχειρήσεις αυτές, το αστικό κράτος είναι που αποκομίζει τα κέρδη, δηλαδή η αστική τάξη. Μόνο οι ρεβιζιονιστές μπορούν να ξεχωρίσουν τις διαφορές μεταξύ του «σοσιαλιστικού» χαρακτήρα των επιχειρήσεων ΙRΙ και του «αστικού» χαρακτήρα της FΙΑΤ, μεταξύ των «ελεύθερων» εργατών της RENAULT και των «καταπιεζόμενων» της CITRΟΕΝ.

Η κοινωνία του «δημοκρατικού σοσιαλισμού», που κηρύσσουν τώρα οι ευ ρω κομμουνιστές, είναι η σημερινή αστική κοινωνία που υπάρχει στις χώρες τους. Ζητούν να γίνουν σ' αυτή την κοινωνία μερικά ρετούς, ώστε η γηραλέα ευρωπαϊκή αστική τάξη, με το ένα πόδι στον τάφο, να μοιάζει με νιόνυφη, γεμάτη σφρίγος και ζωτικότητα. Σύμφωνα με τους ευ ρω κομμουνιστές, αρκεί να γίνουν μερικά ρετούς, να διαφυλαχτεί ο τομέας του κρατικού καπιταλισμού πλάι στον ιδιωτικό, να ιδρυθεί κάποιο εργατικό γνωμοδοτικό συμβούλιο στις διευθύνσεις των επιχειρήσεων, να επιτρέπονται οι συνδικαλιστές αρχηγοί να βγαίνουν στις πλατείες και να φωνάζουν για δικαιοσύνη και ισότητα, να πιάνουν οι ρεβιζιονιστές κάποιο υπουργικό θώκο και... ο σοσιαλισμός έρχεται από μόνος του.

Οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές, με τον ασυγκράτητο ζήλο τους στην καταπολέμηση και την απάρνηση του μαρξισμού - λενινισμού, εξωραΐζουν με όλους τους τρόπους τη σημερινή πραγματικότητα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Γι' αυτούς, το σημερινό κοινωνικό σύστημα της Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας κ.λπ,, το κράτος που κυβερνά αυτές τις χώρες είναι ένα είδος υπερταξικής δημοκρατίας, μιας δημοκρατίας για όλους. Σ' αυτή την κοινωνία και σ' αυτό το κράτος αυτοί βλέπουν μόνο μερικές δυσκολίες, μερικά λάθη, το πολύ μερικές διαστρεβλώσεις, αλλά τίποτε παραπάνω. Σ' αυτή την έννοια και τη βασική προϋπόθεση δίνουν και τα σχήματα του «δημοκρατικού» τους «σοσιαλισμού», ο οποίος στην ουσία θα είναι η ίδια η σημερινή αστική κοινωνία, αλλά χωρίς τις «ελλείψεις», τους «περιορισμούς», τις «δυσκολίες» που έχει σήμερα.
Οι ρεβιζιονιστές δηλώνουν ότι στο «σοσιαλισμό» τους θα υπάρχουν και θα λειτουργούν περισσότερα από ένα κόμμα, καθώς και η δυνατότητα της αλληλοδιαδοχής τους στην κυβέρνηση. Πρέπει να πούμε ότι σ' αυτό το ζήτημα οι ευρωκομμουνιστές είναι πράγματι συνεπείς.

Φυσικό είναι ότι σε μια κοινωνία, όπου θα υπάρχουν ανταγωνιστικές τάξεις, διάφορα στρώματα της αστικής τάξης, ομάδες καπιταλιστών με ιδιαίτερα συμφέροντα, θα υπάρχουν και διάφορα κόμματα, θα υπάρχει οπωσδήποτε και η μέχρι τώρα πρακτική της καπιταλιστικής κοινωνίας ώστε, επικεφαλής της εξουσίας, κατά τις περιστάσεις και τις ανάγκες, να εναλλάσσονται τα διάφορα κόμματα. Αυτό όμως που οι ευρωκομμουνιστές καπηλεύονται είναι ότι τον «πλουραλισμό», την πρακτική δηλαδή της αλλαγής των αλόγων στην άμαξα της αστικής εξουσίας, τον παριστάνουν σαν το αποκορύφωμα της δημοκρατίας, σαν μια κατάσταση που δημιουργεί δυνατότητες για την επίλυση όλων των κοινωνικών προβλημάτων. Σκοπός τους είναι να διαστρεβλώσουν την ίδια την αντίληψη σχετικά με τη σοσιαλιστική κοινωνία και να παρουσιάσουν την αστική δημοκρατία και τους θεσμούς της σαν ικανούς για την πραγματοποίηση των σοσιαλιστικών επιδιώξεων, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για επανάσταση, χωρίς να υπάρχει ανάγκη να συντριβεί ο μηχανισμός του παλιού αστικού κράτους. Το ιδεώδες κράτος τους είναι στην πραγματικότητα το σημερινό αμερικάνικο πολιτικό σύστημα και προπαντός το γερμανικό, όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα κόμματα της αστικής τάξης, που επικεφαλής της κυβέρνησης το ένα διαδέχεται το άλλο. Θέλουν ώστε και στην Ιταλία και την Γαλλία ή την Ισπανία να υπάρχουν δύο μεγάλα κόμματα: το ένα καθαρά αστικό, δημοκρατικό ή φιλελεύθερο και το άλλο εργατικό, να το αποκαλούν σοσιαλιστικό, κομμουνιστικό, εργατικό ή ό,τι άλλο, καθώς και ορισμένα άλλα μικρά και ασήμαντα κόμματα, για τον αριθμό. Και κατ' αυτό τον τρόπο θα δημιουργούταν ο «ιταλικός σοσιαλισμός», ο «γαλλικός σοσιαλισμός», ο «ισπανικός σοσιαλισμός», όπως έχει δήθεν δημιουργηθεί και ο «σουηδικός σοσιαλισμός», ο «νορβηγικός σοσιαλισμός» κ.λπ.

Το κράτος στο «δημοκρατικό σοσιαλισμό» πρέπει να μην είναι κράτος των εργατών και αγροτών, δηλαδή να μην είναι καθώς μας διδάσκουν ο Μαρξ και ο Λένιν, ώστε στην καθοδήγηση να είναι οι εργάτες των εργοστασίων και οι αγρότες που καλλιεργούν τη γη. Οι ευρωκομμουνιστές ζητούν ένα κράτος που να είναι κράτος «όλων» και η κυβέρνηση του κράτους να είναι επίσης κυβέρνηση «όλων». Αλλά κράτος «όλων», ούτε υπήρξε και ούτε πρόκειται να υπάρξει.
Οι αντιλήψεις των ευρωκομμουνιστών για το κράτος είναι κατά πολύ παραπλήσιες με τις απόψεις του Προυντόν και του Λασάλ, που τις απέρριψε ο Μαρξ πριν από έναν και πλέον αιώνα. Ο Λασάλ, λόγου χάρη, κήρυσσε ότι με μεταρρυθμίσεις, σε ειρηνικό δρόμο, με γενικές εκλογές και με τη βοήθεια του ίδιου του αστικού κράτους και των σωματείων των παραγωγών που έπρεπε να ιδρυθούν, μπορούσε να μετασχηματιστεί το αντιδραστικό πρωσικό κράτος σε ένα ελεύθερο λαϊκό κράτος. Αυτό το είδος «κράτους» το παρουσίαζε σαν πρότυπο του νέου σοσιαλιστικού κράτους, για το οποίο έπρεπε να αγωνιστούν οι εργάτες.
Η λασαλική αντίληψη για το «λαϊκό κράτος» αρνιόταν τον ταξικό χαρακτήρα του κράτους ως δικτατορία μιας ορισμένης τάξης.

Αντιμέτωπα με τη λασαλική αντίληψη για το «ελεύθερο λαϊκό κράτος», ο Μαρξ, προπαντός στο εξαίρετο έργο του «Κριτική του προγράμματος της Γκότα», έθεσε την αντίληψη του κράτους σαν ταξικό όργανο, έθεσε τη μαρξιστική αντίληψη της δικτατορίας του προλεταριάτου.

«...έστω και χιλιάδες φορές να ενωθεί η λέξη «λαός» με τη λέξη «κράτος», —λέει ο Μαρξ— αυτό δε θα επιταχύνει καθόλου τη λύση της.

Ανάμεσα στην καπιταλιστική κοινωνία και την κομμουνιστική βρίσκεται η περίοδος του επαναστατικού μετασχηματισμού της πρώτης κοινωνίας στη δεύτερη. Σ' αυτή την περίοδο ανταποκρίνεται και η πολιτική μεταβατική περίοδος, και το κράτος αυτής της περιόδου δεν μπορεί να είναι παρά η επαναστατική δικτατορία του προλεταριάτου» (Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα, τομ. II, αλβ. έκδοση, σελ. 24, Τίρανα,1975)

Οι θεωρητικές θέσεις και η μαρξιστική διδασκαλία σχετικά με το κράτος, που διακηρύσσονται στα μνημειώδη έργα του Μαρξ και του Ένγκελς, δικαιώθηκαν υπέροχα από τα γεγονότα της Κομμούνας του Παρισιού.

Η Κομμούνα του Παρισιού αποδείχνει ότι το προλεταριάτο για να ανατρέψει το καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να διατηρήσει άθικτη και να χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του την παλιά μηχανή του αστικού κράτους. Η Κομμούνα σύντριψε αυτή τη μηχανή και στη θέση της δημιούργησε θεσμούς κα ιδρύματα αποκλειστικά καινούρια, από μορφή και περιεχόμενο. Η Κομμούνα ήταν η πρώτη μορφή της πολιτικής οργάνωσης της προλεταριακής εξουσίας. Όπως έχει τονίσει ο Λένιν, η Κομμούνα του Παρισιού έδειξε την ιστορική προϋπόθεση «...και την περιορισμένη αξία του αστικού κοινοβουλευτισμού και της αστικής δημοκρατίας...» (Β.Ι.Λένιν. Άπαντα, τομ .28ος, αλβ. έκδ., σελ. 535.)

Αποδείχτηκε στην πράξη ότι το κράτος που ίδρυσε η Κομμούνα του Παρισιού αντιπροσώπευε τον ανώτερο τύπο της δημοκρατίας, της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού. Εφάρμοσε τις μεγάλες δημοκρατικές ελευθερίες και δικαιώματα, που η αστική τάξη τα διακηρύσσει, αλλά ποτέ δεν τα πραγματοποιεί.

Αργότερα, ο Λένιν, στην καταπολέμηση των οπορτουνιστικών διαστρεβλώσεων των αρχηγών της Δεύτερης Διεθνούς, υπεράσπισε θαυμάσια τη θεωρία του Μαρξ σχετικά με το κράτος. Απέρριψε τις αντιλήψεις τους ότι το κράτος δεν είναι δήθεν όργανο κυριαρχίας μιας τάξης επί της άλλης, αλλά όργανο της συμφιλίωσης των τάξεων, ότι ο μηχανισμός του αστικού κράτους δεν πρέπει να συντριβεί, αλλά να χρησιμοποιηθεί προς το συμφέρον των εργαζομένων. Στο εξαίρετο βιβλίο του «Κράτος και επανάσταση», ο Λένιν αποδείχνει με επιχειρήματα ότι το κράτος είναι προϊόν των αντιθέσεων μεταξύ των τάξεων και έκφραση του ασυμβίβαστου αυτών των αντιθέσεων. Απέδειξε ότι ο μηχανισμός του αστικού κράτους, σαν μηχανισμός που στήθηκε για να κρατεί σε καταπίεση και εκμετάλλευση την εργατική τάξη και τις εργαζόμενες μάζες, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξάλειψη αυτής της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης. Το προλεταριάτο πρέπει να ιδρύσει το δικό του κράτος, νέο στην μορφή και το περιεχόμενο, στη διάρθρωση και τη διοργάνωση, στους ανθρώπους που το διευθύνουν και τις μεθόδους λειτουργίας, κράτος που να εξασφαλίσει την ελευθερία στις εργαζόμενες μάζες και να καταστείλει τις προσπάθειες των εχθρών του σοσιαλισμού για την παλινόρθωση του καπιταλιστικού συστήματος.

Το βιβλίο του Λένιν «Κράτος και επανάσταση», οι λενινιστικές θέσεις σχετικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της Οκτωβριανής Επανάστασης και στην εγκαθίδρυση της εξουσίας των Σοβιέτ στη Ρωσία. Παραμένουν ισχυρά όπλα στα χέρια των πραγματικών επαναστατών για την καταπολέμηση των θεωρητικολογιών των συγχρόνων ρεβιζιονιστών, οι οποίοι προσπαθούν να αναβιώσουν τις σχετικά με το κράτος παλιές απόψεις του Κάουτσκυ και συντροφιά που τις ξεσκέπασε και τις σύντριψε ο Λένιν.
Οι θεωρητικολογίες των ευρωκομμουνιστών για το κράτος είναι συνέπεια της αντιμαρξιστικής γραμμής αυτών των αποστατών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι στον καπιταλισμό δεν υπάρχει ταξική πάλη, αλλά ταξική ειρήνη, ότι ο στρατός και η αστυνομία δεν είναι πια οπισθοδρομικές δυνάμεις της αστικής τάξης, γι' αυτό δε χρειάζεται η δικτατορία του προλεταριάτου και η πραγματική δημοκρατία που εγκαθιδρύει το προλεταριάτο. Θέλουν μόνο ένα κράτος, μια δημοκρατία, το αστικό - ρεβιζιονιστικό κράτος και δημοκρατία.

Ο «δημοκρατικός» δρόμος για το σοσιαλισμό - προσωπείο για τη διαφύλαξη του αστικού κράτους
Θεμελιώδες ζήτημα της ιδεολογίας και της πολιτικής κάθε κόμματος, ανεξάρτητα από τα συμφέροντα ποιας τάξης αντιπροσωπεύει, ήταν και παραμένει το ζήτημα της κρατικής εξουσίας. Απ' αυτό δεν μπορούσε να κάνει εξαίρεση ούτε ο ευρωκομμουνισμός. Ακριβώς σ' αυτό το πεδίο άρχισε την πάλη του, και έγινε νέο όπλο στα χέρια της αστικής τάξης για να διαφυλάξει την καταπιεστική και εκμεταλλευτική εξουσία της και να εμποδίσει το προλεταριάτο να κάνει την επανάσταση, να καταλύσει αυτή την εξουσία και να εγκαθιδρύσει το σοσιαλισμό.
Στην προπαγάνδα τους ενάντια στο μαρξισμό - λενινισμό, οι ευρωκομμουνιστές ισχυρίζονται ότι στις συνθήκες της σύγχρονης κοινωνίας, καθώς αποκαλούν οι ίδιοι τη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία, η θεωρία του Μαρξ για την ανατροπή του καπιταλισμού με βίαιη επανάσταση χρειάζεται νέες «ερμηνείες». Από τους πρώτους που άρχισαν τη μετωπική επίθεση να ποδοπατήσουν και να θεωρήσουν άχρηστη τη θέση του Μαρξ και του Λένιν σχετικά με την αναγκαιότητα της βίαιης επανάστασης και που την παραμόρφωσαν ριζικά, όπως αναφέραμε προηγούμενα, ήταν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Για να κάνουν «πειστική» τη θεωρία τους για ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό, έφθασαν μέχρι το σημείο να ισχυρίζονται ότι και η Οκτωβριανή Επανάσταση ήταν ειρηνική επανάσταση, διαφορετικά απ' ό,τι τη γνωρίζει η ιστορία σαν την πρώτη επανάσταση που ανέτρεψε βίαια τη ρωσική αστική τάξη και εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Άρχισαν ταυτόχρονα να θεωρητικολογούν πως η δικτατορία του προλεταριάτου ήταν ένα προσωρινό φαινόμενο που παραχωρεί τη θέση της στο λεγόμενο κράτος όλου του λαού. Με τις θεωρίες αυτές οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές επιδίωκαν την υποτίμηση του ταξικού και επαναστατικού περιεχομένου της δικτατορίας του προλεταριάτου και την άρνηση της.
Η ενσυνείδητη αυτή διαστρέβλωση του μαρξισμού - λενινισμού από τους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές έγινε βάση πάνω στην οποία στήθηκαν οι ευρωκομμουνιστικές θεωρίες γι' αυτό το ζήτημα. Οι χρουστσιοφικές θέσεις ότι με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε πια πάλη των τάξεων, ότι η νίκη του σοσιαλισμού ήταν εγγυημένη και δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος οπισθοδρόμησης, ότι δεν υπήρχε πια ανάγκη ούτε για δικτατορία του προλεταριάτου, ούτε για κόμμα της εργατικής τάξης, θρέψανε τους άλλους ρεβιζιονιστές και τους ώθησαν να προχωρήσουν και πιο πέρα.

Καπηλευόμενοι τις αλλαγές που συνέβηκαν στον κόσμο και τη σωστή φράση του Λένιν για τις ιδιομορφίες του δρόμου προς το σοσιαλισμό, τονίζουν ότι στην εποχή μας η μετάβαση στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει και με κοινοβουλευτισμό και μεταρρυθμίσεις.

Την πορεία μετασχηματισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας σε σοσιαλιστική οι ευρωκομμουνιστές την παρουσιάζουν σαν ανάπτυξη της αστικής πολιτικής δημοκρατίας, μέχρι τέλους σε ειρηνικό δρόμο, όπως λένε, ο οποίος δεν οδηγεί σε ποιοτική, αλλά σε ποσοτική αλλαγή. «Η πολιτική δημοκρατία, λένε οι ιταλοί ρεβιζιονιστές, παρουσιάζεται σαν ανώτερη θεσμική μορφή οργάνωσης ενός κράτους, ακόμα και ενός σοσιαλιστικού κράτους»(La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.11).

Αν αναλύσουμε αυτή τη λεγόμενη θέση, προκύπτει ότι η «πολιτική δημοκρατία» για τους εργαζόμενους υπάρχει, λένε, από τον καπιταλισμό ακόμα, ότι στο σοσιαλισμό φθάνουμε διευρύνοντας δήθεν αυτή τη δημοκρατία και ότι τελικά, το κύριο χαρακτηριστικό της σοσιαλιστικής κοινωνίας μας είναι δήθεν η αστική δημοκρατία, την οποία ταυτίζουν με τη σοσιαλιστική δημοκρατία.
Ωστόσο οι ισπανοί ρεβιζιονιστές εκ μέρους τους ισχυρίζονται ότι «η πολιτική και κοινωνική δημοκρατία δεν είναι τρίτος δρόμος, ούτε καπιταλιστικός ούτε σοσιαλιστικός, αλλά είναι μεταβατικό στάδιο μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού».(Noveno Congreso del Partido Comunista de Espagna, 1978,p.83)

«Η δημοκρατία είναι ταυτόχρονα ο σκοπός και το μέσο των μετασχηματισμών»,(L’Humanite, 13/2/1979)λέει ο Μαρσέ.

Όπως βλέπουμε, για να «αιτιολογήσουν» τις ρεβιζιονιστικές τους απόψεις, οι Μπερλΐνγκουερ, Καρρίγιο, Μαρσέ και άλλοι παρουσιάζουν αρκετά συγκεχυμένες ιδέες σχετικά με τη δημοκρατία και το κράτος. Τέτοιοι συλλογισμοί που δε στηρίζονται στις ταξικές σχέσεις που υπάρχουν στην αστική κοινωνία, έξω από τις διασυνδέσεις μεταξύ οικονομικής βάσης και καπιταλιστικού εποικοδομήματος, έξω από την πραγματικότητα και από κάθε λογική, έχουν σαν σκοπό να αποδείξουν δήθεν ότι η πραγματική δημοκρατία δεν είναι αυτή που εγκαθιδρύει η δικτατορία του προλεταριάτου, η δημοκρατία της μεγάλης πλειοψηφίας των εκμεταλλευόμενων μαζών πάνω στην εκμεταλλευτική καπιταλιστική μειοψηφία ή πάνω στα υπολείμματα της, αλλά είναι δήθεν η δημοκρατία α λα Μαρσέ, α λα Καρρίγιο, δηλαδή «δημοκρατία για όλους, όπου όλοι να ζουν σε ειρήνη και σε ταξική αρμονία». Η ιστορία όμως έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει αστική δημοκρατία χωρίς την αστική δικτατορία, όπως δεν μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστική δημοκρατία χωρίς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών είναι σε άμεση σχέση με την κυριαρχία της τάξης που βρίσκεται στην εξουσία. Όπου κυριαρχεί η καπιταλιστική τάξη υπάρχουν δικαιώματα για την αστική τάξη και περιορισμός των δικαιωμάτων, καταπίεση και περιφρόνηση για τις μάζες, ενώ όπου κυριαρχεί η εργατική τάξη υπάρχουν δικαιώματα και ελευθερίες για τους εργαζόμενους και περιορισμός και βία για την πρώην κυρίαρχη και εκμεταλλεύτρια μειοψηφία, καθώς και για τους εχθρούς του σοσιαλισμού.

Οι ευρωκομμουνιστές δεν είναι οι πρώτοι οπορτουνιστές που αρνιούνται την αναγκαιότητα της επανάστασης σαν το μόνο και βασικό μέσο για την ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Το ίδιο έκανε πριν απ' αυτούς και ο Προυντόν, που τον ξεσκέπασε ο Μαρξ. Έτσι έπραξε και ο Μπερνστάιν και συντροφιά που έγιναν ανοιχτοί υπερασπιστές του καπιταλιστικού συστήματος.
Ο Μπερνστάιν, λόγου χάρη, κήρυσσε ότι βελτιώνοντας τη νομοθεσία της εργασίας, ανεβάζοντας το ρόλο και τη δράση των συνδικάτων και των συνεταιρισμών, αυξάνοντας την αντιπροσώπευση της εργατικής τάξης στο κοινοβούλιο, μπορούσαν να λυθούν ειρηνικά και σε εξελικτικό δρόμο όλα τα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα του προλεταριάτου.

Απερίφραστα έλεγε ότι αρκεί η εργατική τάξη να κερδίσει την απλή πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, να πάρει 51 % των ψήφων και μπορεί να πραγματοποιήσει όλους τους σκοπούς της. Στη δημοκρατία, προπαγάνδιζε εκείνος, εφόσον επικρατεί η «θέληση της πλειοψηφίας», το κράτος χάνει τον ταξικό του χαρακτήρα, μετατρέπεται από όργανο ταξικής κυριαρχίας σε όργανο υπερταξικό, που εκπροσωπεί τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας. Σ' ένα τέτοιο κράτος, έλεγε ο Μπερνστάιν, η εργατική τάξη και το κόμμα της μπορούν και πρέπει να συνεργαστούν με όλες τις άλλες τάξεις και κόμματα, Όλοι μαζί πρέπει να υπερασπίσουν και ενισχύσουν αυτό το κράτος ενάντια στους «αντιδραστικούς».

Ο Μπερνστάιν κήρυσσε ότι ο δρόμος της μετατροπής της κοινωνίας είναι ο δρόμος των μερικών και αργών μεταρρυθμίσεων, ο δρόμος της εξέλιξης, της βαθμιαίας μετάβασης του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό. Επομένως, και το κόμμα της εργατικής τάξης έπρεπε σύμφωνα μ' αυτόν να ήταν όχι κόμμα της κοινωνικής επανάστασης, αλλά κόμμα των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Τις απόψεις αυτές του Μπερνστάιν, που αργότερα τις υιοθέτησαν ο Κάουτσκυ και συντροφιά, ο Λένιν τις κριτίκαρε έντονα και υπογράμμισε όλη την πλαστότητά τους. Την ιστορική απόφαση στο μεγάλο διάλογο ανάμεσα στους μαρξιστές με επικεφαλής το Λένιν, που υπεράσπιζαν την ιδέα της επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου και τους ρεβιζιονιστές οπορτουνιστές, που ήταν οπαδοί του ειρηνικού, ρεφορμιστικού δρόμου και της «καθαρής» δημοκρατίας κ.λπ, την έδωσε η Μεγάλη Οκτωβριανή Επανάσταση.

Η επανάσταση αυτή έδειξε στο προλεταριάτο και στους λαούς του κόσμου ότι ο δρόμος της νίκης επί του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού διέρχεται όχι μέσα από μεταρρυθμίσεις και συμβιβασμούς με την αστική τάξη αλλά μέσα από τη βίαιη επανάσταση.

Για να «επιχειρηματολογήσουν» την εναντίωσή τους στην μαρξιστική - λενινιστική θεωρία σχετικά με την επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου, οι ευρωκομμουνιστές ισχυρίζονται ότι δήθεν και ο ίδιος ο Μαρξ «μια μόνο φορά ανάφερε αυτόν τον όρο». Είναι όμως γνωστό ότι η ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου αποτελεί το θεμελιώδες ζήτημα σ' όλη τη θεωρία του Μαρξ για το σοσιαλισμό.

«Το καινούργιο που έκαμα —έγραφε ο Μαρξ το 1852,— είναι ότι απέδειξα τα παρακάτω: 1) Πως η ύπαρξη των τάξεων συνδέεται μόνον με καθορισμένες ιστορικές φάσεις στην ανάπτυξη της παραγωγής, 2) πως η ταξική πάλη οδηγεί απαραίτητα στη δικτατορία του προλεταριάτου, 3) πως αυτή η ίδια η δικτατορία αποτελεί μόνο το πέρασμα προς την εκμηδένιση κάθε τάξης και την κοινωνία χωρίς τάξεις...» ( Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Εργα. τομ. Π,αλβ. έκδοση, σελ. 486, Τίρανα 1975.)

Τη δικτατορία του προλεταριάτου ο Μαρξ δεν την έβλεπε σαν απλή αλλαγή μερικών ανθρώπων στην κυβέρνηση, αλλά σαν εξουσία ποιοτικά καινούργια, που χτίζεται πάνω στα ερείπια της παλιάς αστικής εξουσίας. Τη βίαιη συντριβή της παλιάς κρατικής αστικής μηχανής ο Μαρξ τη θεωρούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τη νίκη όχι μόνο της προλεταριακής επανάστασης, αλλά κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης, καθοδηγούμενης από την εργατική τάξη. Το συμπέρασμα αυτό που δίνει ο Μαρξ στο υπέροχο έργο του «Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη», ο Λένιν το ονόμασε «γιγαντιαίο βήμα εμπρός». Ακριβώς ενάντια σ' αυτό τον ακρογωνιαίο λίθο της μαρξιστικής - λενινιστικής θεωρίας επετέθηκαν και το αρνήθηκαν όλοι οι παλιοί ρεβιζιονιστές, επιτίθενται και οι νέοι ρεβιζιονιστές ευρωκομμουνιστές.

Η θέση των ευ ρω κομμουνιστών για την υπόθεση της επανάστασης, για το κράτος και τη δημοκρατία ταυτίζεται στην ουσία με τη θέση των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, οι οποίοι έχουν δηλώσει ότι το «κομμουνιστικό» κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης μετατράπηκε τώρα σε «κόμμα όλου του λαού» και ότι η δικτατορία του προλεταριάτου αντικαταστάθηκε από το «κράτος όλου του λαού». Στηριζόμενοι σ' αυτές τις δηλώσεις των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, ο Μαρσέ και ο Καρρίγιο δικαιούνται να κάνουν το συλλογισμό: Αφού εσείς μετατρέπετε το κόμμα και το κράτος του προλεταριάτου σε κόμμα και κράτος όλου του λαού, εμείς στη Δύση δεν έχουμε άραγε το δικαίωμα να πραγματοποιήσουμε αυτό χωρίς όμως τη βίαιη επανάσταση και χωρίς την δικτατορία του προλεταριάτου; Εμείς θα ακολουθήσουμε τον «πλουραλισμό» και σε σύμπνοια με την αστική τάξη, ξεσηκώνοντας την κοινή γνώμη για μια «πραγματική δημοκρατία», που εσείς δεν την πραγματοποιήσατε. Μάταια ισχυρίζεστε πως έχετε δημοκρατία, τη στιγμή που δυναμώνετε την καταπίεση».

Όσον αφορά τους τιτοϊκούς, κι αυτοί βρίσκονται σε δύσκολες θέσεις απέναντι στους ευρωκομμουνιστές σχετικά με τη «δημοκρατία» και τον «πλουραλισμό». Οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές μιλούν για ενότητα του «αδέσμευτου κόσμου» και με τη φόρμουλα αυτή «σβήνουν» την πάλη των τάξεων και τη δικτατορία του προλεταριάτου. Ζητούν από τον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό και καπιταλισμό ώστε μόνο οι «αδέσμευτες χώρες» «να μείνουν στο τωρινό στάτους κβο και να βοηθηθούν οικονομικά». Στην κατεύθυνση αυτή οι τιτοϊκοί είναι της ίδιας γνώμης με τους ευρωκομμουνιστές, αλλά μόνο με μια αλλαγή ότι, ενώ οι Γιουγκοσλάβοι μιλούν για δήθεν «ανεξαρτησία από τις υπερδυνάμεις και τους συνασπισμούς», οι ευρωκομμουνιστές δεν το κάνουν αυτό ούτε τυπικά.
Με τις ιδέες που εκφράζουν, οι ευρωκομμουνιστές λένε και στους γιουγκοσλάβους ρεβιζιονιστές, χωρίς να τους επιτίθενται άμεσα, ότι η ύπαρξη μόνον ενός κόμματος στη Γιουγκοσλαβία δεν είναι στο δρόμο της πραγματικής δημοκρατίας, επομένως και το πολιτικό σύστημα στη Γιουγκοσλαβία πρέπει να υποστεί αλλαγές.

Οι Μπερλίνγκουερ, Μαρσέ, Καρρίγιο και συντροφιά επιτιθέμενοι άμεσα στον Λένιν και σ' όλη τη μαρξιστική - λενινιστική θεωρία για το κράτος και την επανάσταση, καλούν τους χρουστσιοφικούς να την πάνε μέχρι τέλους την προδοσία, λέγοντας τους πως στη βρώμικη επιχείρηση τους το ζήτημα δεν έγκειται μόνο στα «λάθη» του Στάλιν, αλλά στο ίδιο το σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο, αν και μετά τον Οκτώβρη ήταν κατάλληλο σύστημα, για τη σημερινή εποχή δεν είναι δίκαιο, γιατί αρνείται δήθεν τη δημοκρατία.
Δε χωρεί αμφιβολία ότι η θέση αυτή δε συμφέρει στους χρουστσιοφικούς, οι οποίοι, για να καλύψουν την προδοσία τους και να παριστάνουν τους μαρξιστές - λενινιστές, τηρούν ακόμα μερικά δήθεν λενινιστικά σχήματα.

Για να φυλάξει αυτό το προσωπείο, η ομάδα του Μπρέζνιεφ απευθύνει κάποτε και κάποια κριτική στα ανυπάκουα κόμματα και τα συμβουλεύει να διαφυλάξουν δήθεν τις ταξικές αρχές του Λένιν για το δρόμο και τις μορφές που οδηγούν στο σοσιαλισμό. Ωστόσο τα ρεβιζιονιστικά κόμματα των χωρών της Δύσης δε μένουν χωρίς να απαντήσουν και χωρίς να πούνε στο Μπρέζνιεφ ότι δεν κάνουν τίποτε άλλο απ' ό,τι έκαμαν οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές, ότι αυτά ενεργούν σύμφωνα με τις δικές τους συνθήκες που υπαγορεύουν δήθεν τον ειρηνικό δρόμο, το δρόμο των δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων, του πολιτικού και ιδεολογικού πλουραλισμού κ.λπ.. κ.λπ.

Οι Μπερλίνγκουερ, Μαρσέ, Καρρίγιο, που τράβηξαν πιο πέρα από τον Τολιάττι, λένε στους Σοβιετικούς: «δεν είστε μήπως εσείς που έχετε μιλήσει για ειρηνική συνύπαρξη; Τότε ελάτε να καθιερώσουμε αυτή την συνήπαρξη και να την πάμε μέχρι τέλους». Και με ποιον αυτή η ειρηνική συνύπαρξη; Με τους αντίπαλους του κομμουνισμού, δηλαδή με την καπιταλιστική αστική τάξη, με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό κ.λπ. Για να φτάσουμε όμως στην ειρηνική συνύπαρξη, λένε, πρέπει να αναθεωρήσουμε τα «δόγματα» στην πολιτική, στην ιδεολογία, στην οικονομία, στις τέχνες, γιατί τα «δόγματα» δεν αρμόζουν στη σημερινή κοινωνία. Και αφού οι ιδέες των Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν για τη δικτατορία του προλεταριάτου, για την πάλη των τάξεων, για τη βίαιη κατάληψη της εξουσίας, είναι,λένε, «δόγματα» τότε ούτε κι αυτές είναι κατάλληλες, δηλαδή η εξουσία πρέπει να καταληφθεί όχι με τη βία, αλλά με κοινοβουλευτικό δρόμο, με γενικές εκλογές, με τον ερχομό στην εξουσία της εργατικής τάξης και την κατά δημοκρατικό τρόπο παραίτηση της αστικής τάξης από την εξουσία.

Για δημαγωγία και για να ρίξουν στάχτη στα μάτια των μαζών, οι ευρωκομμουνιστές λένε, μεσ' απ' τα δόντια, ότι ο «τρίτος δρόμος» ή ο «δημοκρατικός σοσιαλισμός» δεν είναι η σοσιαλδημοκρατία, γιατί αυτή «δεν οδήγησε την κοινωνία έξω από τη λογική του καπιταλισμού»(La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.7). Ωστόσο, προσθέτουν αμέσως, πρέπει να ενωθούμε με τη σοσιαλδημοκρατία και με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις και, μαζί τους, αντί να καταστρέψουμε τον κρατικό μηχανισμό της καπιταλιστικής αστικής τάξης, καθώς λένε οι κλασσικοί το μαρξισμού - λενινισμού, θα επενεργήσουμε σ’ αυτό το μηχανισμό διαμέσου της προπαγάνδας, των μεταρρυθμίσεων, της εκκλησίας, της κουλτούρας κ.λπ., ώστε η εξουσία αυτή να προσλάβει βαθμιαία την πραγματική δημοκρατική μορφή, να εξυπηρετήσει όλη την κοινωνία και να δημιουργήσει τις συνθήκες για την οικοδόμηση σε ειρηνικό δρόμο του «σοσιαλισμού». Κοντολογίς αυτοί κηρύσσουν την ίδρυση ενός νόθου κοινωνικού συστήματος που να μην έχει τίποτε το κοινό με τον επιστημονικό σοσιαλισμό.

Όλοι οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές εξιδανικεύουν τις τολιαττικές ιδέες, τη γραμμή του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και μάλιστα σε βαθμό που προκάλεσαν και τη ζηλοτυπία του Καρρίγιο και του Μαρσέ. Ο Ζωρζ Μαρσέ γράφει έτσι στην «Ουμανιτέ»: «Το 1956 εμείς αργήσαμε να βγάλουμε διδάγματα απ’ αυτά που συνέβησαν στη Σοβιετική ' Ενωση για να χαράζαμε έναν γαλλικό δρόμο για το πέρασμα στο σοσιαλισμό», δηλαδή όπως έπραξε ο Τολιάττι. Όταν ο Μαρσέ ή ο Καρρίγιο λένε ότι η αστυνομία είναι με το μέρος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ότι στη Ρώμη ψηφίζει υπέρ αυτού του κόμματος, εκτιμούν τις προσπάθειες και τα κατορθώματα του Μπερλίνγκουερ στην κατεύθυνση της συνεργασίας με τη σοδιαλδημοκρατία, με τους χριστιανοδημοκράτες, με τους σοσιαλιστές στις δημόσιες υποθέσεις, αλλά και στη διαχείριση των υποθέσεων της αστικής τάξης.
Τα «κατορθώματα» του Μπερλίνγκουερ σ' αυτές τις κατευθύνσεις, δηλαδή στην υποταγή προς τον ιταλικό καπιταλισμό και τον παγκόσμιο καπιταλισμό χρησιμεύουν στους άλλους ρεβιζιονιστές σαν πραχτικό στήριγμα των οπορτουνιστικών πολιτικών θέσεων τους. Ο Μπερλίνγκουερ δουλεύει με μεγάλο ζήλο, δεν επιτίθεται στο αστικό σύνταγμα, δεν επιτίθεται στην εξουσία της αστικής τάξης και δεν αναφέρεται καθόλου στην ανατροπή αυτής της εξουσίας και των μηχανισμών της, δε μιλάει για τη διάλυση του ιταλικού κατασταλτικού στρατού, αλλά απεναντίας, υπογράφει δηλώσεις με τα κόμματα της αντίδρασης για να ενισχυθεί ο στρατός, να μείνουν οι αμερικάνικες βάσεις, να αυξηθούν οι αρμοδιότητες και τα κονδύλια για την αστυνομία, ώστε να έχει το παράνομο δικαίωμα να ελέγχει καθετί το ύποπτο, ακόμα και να παρακολουθεί και τα τηλεφωνήματα και να ελέγχει και την αλληλογραφία των πολιτών.

Το πρόγραμμα και οι ενέργειες των ιταλών ρεβιζιονιστών είναι τώρα έτοιμα και δοκιμασμένα και για τους άλλους ρεβιζιονιστές. Στην Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία αναπτύσσεται και προσλαμβάνει συγκεκριμένες μορφές η ενσωμάτωση του ρεβιζιονισμού στον καπιταλισμό και όχι του καπιταλισμού στο σοσιαλισμό, όπως κηρύσσουν οι ευρωκομουνιστές στα προγράμματα και τις ομιλίες τους.

Τα κομμουνιστικά κόμματα Ιταλίας, Γαλλίας και Ισπανίας δεν αναφέρουν καθόλου τους κινέζους ρεβιζιονιστές. Όλη την αιχμή της πάλης τους τη στρέφουν ενάντια στους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν, και κάποτε, για τους δικούς τους σκοπούς, και ενάντια στους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές. Με τους κινέζους ρεβιζιονιστές ταυτίζονται σ' όλα τα μέτωπα. Οι κινέζοι ρεβιζιονιστές επιδιώκουν τη συμμαχία με τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής, με τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, με τις κυρίαρχες κλίκες στις νεοαποικιακές χώρες. Τέτοια συμμαχία είναι της αρέσκειας των ευρωκομμουνιστών αποστατών. Γεγονός είναι ότι η κινέζικη εξωτερική πολιτική ταυτίζεται απόλυτα με την πολιτική που κηρύσσουν οι ευρωκομμουνιστές για την ενότητα των ρεβιζιονιστικών κομμάτων με τα ισχύοντα αστικό - καπιταλιστικά καθεστώτα. Και οι κινέζοι ρεβιζιονιστές, και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας είναι υπέρ του πλουραλισμού στο σοσιαλισμό. Τα κόμματα της αστικής τάξης όχι μόνο υπάρχουν στην Κίνα, αλλά συμμετέχουν στην εξουσία και την ηγεσία παράλληλα με το κομμουνιστικό κόμμα, το οποίο δεν μπορεί να ζήσει και δεν μπορεί να διευθύνει χωρίς να συνεργάζεται μ' αυτά. Στα θεμελιώδη αυτά ζητήματα οι κινέζοι ρεβιζιονιστές συμφωνούν με τους ευρωπαίους ρεβιζιονιστές.

Από την άλλη μεριά, στην Κίνα, παράλληλα με τον κρατικό καπιταλιστικό τομέα, υπάρχουν κινέζικες ιδιωτικές επιχειρήσεις, ιδιωτικές επιχειρήσεις μικτές με κινέζικο και ξένο κεφάλαιο, ιδιωτικές επιχειρήσεις καθαρά ξένες, συνεταιριστικός τομέας κ.λπ., και όλα αυτά ταυτίζονται απόλυτα με τον «τρίτο δρόμο», με το «σοσιαλισμό» που προπαγανδίζουν οι ευρωκομμουνιστές.

Ο Μάο Τσε Τουνγκ έχει κηρύξει τη «θεωρία» του για την «άνθηση των εκατό λουλουδιών και το συναγωνισμό των εκατό σχολών». Τι σημαίνει αυτό; Αυτό σημαίνει ότι στην Κίνα επιτρέπονται και αναπτύσσονται όλες οι ιδέες, ιδεαλιστικές, σοσιαλδημοκρατικές, ρεπουμπλικανικές, θρησκευτικές κ.λπ. «Ας συναγωνίζονται όλες οι σχολές, αυτό είναι διαλεκτικό», λέει ο Μάο Τσε Τουνγκ. Εφόσον ο πλουραλισμός είναι διαλεκτικός, πράγμα που κηρύσσουν και οι ευρωκομμουνιστές, τότε και η μετάβαση στο σοσιαλισμό μπορεί να γίνει μαζί και σε ενότητα με την αστική τάξη και τα κόμματα της, σε ειρήνη και ειρηνική άμιλλα.

Εφόσον στην Κίνα υπάρχουν και συμμετέχουν στην ηγεσία αστικά κόμματα παράλληλα με το κομμουνιστικό κόμμα, τότε και το κράτος δεν μπορεί να είναι κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά ένας νοθογενής θεσμός, που στα λόγια είναι κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, ενώ στην πραγματικότητα είναι αστική δημοκρατία.

Η κινέζικη πρακτική ανταποκρίνεται στην γραμμή των ευρωκομμουνιστών και χρησιμεύει σαν μια «επιβεβαίωση» ότι μπορεί να γίνει η μετάβαση στο σοσιαλισμό χωρίς επανάσταση και χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου. Μπορεί κανείς να πει: «Μα η Κίνα πέρασε στο σοσιαλισμό με επανάσταση», «στην Κίνα υπάρχει δικτατορία του προλεταριάτου» κ.λπ. Αυτά δεν αληθεύουν. Η αλήθεια είναι ότι η Κίνα πολέμησε ενάντια στους ιάπωνες καταχτητές και ενάντια στο Κουόμιντανγκ, αλλά εκεί δεν εγκαθιδρύθηκε ποτέ η δικτατορία του προλεταριάτου και δεν οικοδομήθηκε ο σοσιαλισμός. Η εξουσία στην Κίνα ονομαζόταν δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά το περιεχόμενο της ήταν διαφορετικό και βλέπουμε τώρα να πέφτουν το ένα μετά το άλλο τα προσωπεία που είχε βάλει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας και το κινέζικο κράτος.

Μετά το θάνατο του Μάο Τσε Τουνγκ, ο οποίος ήταν εκλεκτικός, και του Τσου Εν Λάι, που ήταν αστός - δημοκράτης, βλέπουμε η Κίνα να αποκαλύπτει τα πραγματικά της γνωρίσματα, να εμφανίζεται σαν μια αστική δημοκρατία και σαν ιμπεριαλιστικό κράτος.

Οι εναντιώσεις των ευρωκομμουνιστών στους σοβιετικούς ρεβιζιονιστές σχετικά με τη φύση του κράτους στο σοσιαλισμό, δεν έχουν καθόλου χαρακτήρα αρχών. Οι ευρωκομμουνιστές επιτίθενται ενάντια στο ρεβιζιονιστικό σοβιετικό κράτος παρουσιάζοντας το σαν διαστρέβλωση, και το οποίο, όπως λένε αυτοί, ακόμα και ο Μαρξ, και ο Ένγκελς δε θα το ενέκριναν, μάλιστα και ο Λένιν πολλά πράγματα δεν θα τα έβρισκε σωστά. Αυτό όμως είναι κοινού τόπου καπηλεία. Το τωρινό σοβιετικό κράτος δεν είναι σοσιαλιστικό κράτος. Έχει μετατραπεί σε δικτατορία της ρεβιζιονιστικής αστικής τάξης, που καταπιέζει και εκμεταλλεύεται τις εργαζόμενες μάζες. Μ' αυτή την καπηλεία οι ευρωκομμουνιστές θέλουν να αποδείξουν ότι η πλουραλιστική τους γραμμή είναι η μόνη «μαρξιστική επιστημονική» γραμμή, η μόνη κατάλληλη γραμμή για την οικοδόμηση του πραγματικού σοσιαλισμού. Κατά τον ισχυρισμό τους, η γραμμή αυτή είναι διαλεκτική συνέπεια της υλιστικής εξέλιξης της ιστορίας, πράγμα που ο Μαρξ και ο 'Ενγκελς «δεν το είχαν προβλέψει», «δεν το είχε προβλέψει ούτε ο Λένιν».

Αυτό όμως το «ανακάλυψαν» οι Μπερλίνγκουερ, Μαρσέ, Καρρίγιο και οι άλλοι ρεβιζιονιστές της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίοι περιαυτολογούν και λένε «εμείς είμαστε εκείνη που βλέπουμε τον πραγματικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που κάνουμε βαθιά ανάλυση στα φαινόμενα του σημερινού κόσμου». Στην πραγματικότητα αυτοί είναι ενάντια σε κάθε είδος επαναστατικού μετασχηματισμού. Θέλουν να διατηρήσουν τη σημερινή αστική «καταναλωτική» κοινωνία, να διατηρήσουν την κυριαρχία του καπιταλισμού και την εκμετάλλευση των εργαζόμενων. Αυτό είναι το ιδανικό και σκοπός τους, γι' αυτό εργάζονται, γι' αυτό πολεμούν. Τα άλλα είναι μόνον προπαγάνδα, δημαγωγία, απάτη, είναι μέσα που η αστική τάξη τα χρησιμοποιεί για να καταπολεμήσει το σοσιαλισμό και την επανάσταση.

«Ανεξαρτησία» των ευρωκομμουνιστών είναι εξάρτηση από το κεφάλαιο και την αστική τάξη
Η πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό γενικά και στα όργανα του μέσα σε κάθε χώρα είναι από τα θεμελιώδη ζητήματα της στρατηγικής κάθε κομμουνιστικού κόμματος και ένας από τους αποφασιστικούς όρους της νίκης κάθε επανάστασης, είτε είναι αυτή λαϊκοδημοκρατική, αντί ιμπεριαλιστική ή σοσιαλιστική. Ταυτόχρονα η στάση απέναντι στον ιμπεριαλισμό χρησιμεύει και σαν λυδία λίθος για την πολιτική και ιδεολογική εκτίμηση κάθε πολιτικής δύναμης, που δρα, τόσο σε εθνικό πλαίσιο κάθε χώρας, όσο και σε διεθνή κλίμακα. Με ένα λόγο, η θέση απέναντι στον ιμπεριαλισμό ήταν και παραμένει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πραγματικά επαναστατικές, πατριωτικές και δημοκρατικές δυνάμεις, από τη μια μεριά, και τις δυνάμεις της αντίδρασης, της αντεπανάστασης και της εθνικής προδοσίας, από την άλλη.

Ποια είναι η θέση των ευρωκομμουνιστών σ' αυτό το ζωτικό και με τόση μεγάλη σπουδαιότητα ζήτημα αρχών;

Αρχίζοντας από το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, όταν ο Χρουστσιόφ παρουσιάστηκε με τη γραμμή συμφιλίωσης και προσέγγισης με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και την έθεσε σαν γενική γραμμή για όλο το κομμουνιστικό κίνημα, τα ρεβιζιονιστικά κόμματα των χωρών της Δύσης εγκατέλειψαν κάθε αντιιμπεριαλιστική θέση, τόσο από θεωρητική όσο και από πρακτική πλευρά. Λες και λυτρώθηκαν από τα δεσμά για να τρέξουν προς τη συμφιλίωση με την ιμπεριαλιστική μεγαλοαστική τάξη, αποικιοκρατική και νεοαποικιοκρατική. Η νέα στρατηγική που ο Χρουστσιόφ προσέφερε στο κομμουνιστικό κίνημα, ήταν ό,τι πρέπει για τους ηγέτες των κομμουνιστικών κομμάτων της Δύσης που από καιρό το ποθούσαν και που στην πράξη είχε αρχίσει να εφαρμόζεται, αλλά ακόμα δεν έφερε, να πούμε, την επίσημη σφραγίδα.

Πριν ακόμα από το 20ο Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ, σαν συνέπεια των κάθε λογής ταλαντεύσεων και υποχωρήσεων, στη Γαλλία και στην Ιταλία είχε εξασθενήσει ο αγώνας ενάντια στο ΝΑΤΟ, ενάντια στον επανεξοπλισμό και την αναζωογόνηση του γερμανικού ιμπεριαλισμού, ενάντια στην εισροή του αμερικάνικου κεφαλαίου και την εγκατάσταση των αμερικάνικων στρατιωτικών βάσεων στην Ευρώπη κ.λπ. Και αν κατά την περίοδο αυτή γινόταν κάτι, αυτό περιοριζόταν στο πεδίο της προπαγάνδας, ενώ οι επιχειρήσεις έλειπαν. Ως προς το αλγερινό ζήτημα, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας ενέμενε στις ίδιες σχεδόν θέσεις με τα ντόπια αστικά κόμματα. Όμως, ο σωβινισμός και ο εθνικισμός του σ' αυτό το ζήτημα μετρίαζε όλο και περισσότερο και τη στάση του απέναντι στο μεγάλο σύμμαχο της γαλλικής αστικής τάξης, τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, απέναντι στον πολιτικό και οικονομικό επεκτατισμό του. Αν υπερασπίσεις τη «γαλλική Αλγερία», θα υπερασπίσεις και τη «γαλλική Αφρική», θα κάνεις μάτια στραβά και αυτιά κουφά και για την «αγγλική Ασία» και την «αμερικάνικη Αμερική».

Οι ιταλοί ρεβιζιονιστές που ήθελαν με κάθε τρόπο να πείσουν την αστική τάξη για την ειλικρίνεια τους και την αφοσίωση απέναντι της, προσπαθούσαν να δώσουν όσο γίνεται περισσότερες αποδείξεις για την μη εναντίωσή τους στην εξωτερική πολιτική της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης, που ήταν η χωρίς όρους συμμαχία με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, η πλήρης υποταγή στο ΝΑΤΟ, το άνοιγμα των θυρών στο μεγάλο αμερικάνικο κεφάλαιο και η μετατροπή της χώρας σε μεγάλη στρατιωτική βάση των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Όσο για τους ισπανούς ρεβιζιονιστές, όλη η φροντίδα τους τότε ήταν η νομιμοποίηση του κόμματος και η επιστροφή τους στην Ισπανία. Νομίζοντας ότι ο «εκδημοκρατισμός» της Ισπανίας μπορούσε να γίνει μόνο με την πίεση των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που, κατ' αυτούς, έδειχναν ενδιαφέρον για την άρση του «εμποδίου» - Φράνκο, δεν έβλεπαν καθόλου την αμερικάνικη ηγεμονιστική και επεκτατική πολιτική, άσε μετά να την καταπολεμούσαν.

«Οι εθνικοί δρόμοι μετάβασης στο σοσιαλισμό» που τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης υιοθέτησαν με την έμπνευση του 20ου Συνεδρίου του ΚΚ της ΣΕ, οδηγούσαν όχι μόνον στην υποταγή αυτών των κομμάτων στην εθνική αστική τάξη, αλλά και στην υποταγή τους στη διεθνή αστική τάξη, και κατ' εξοχήν στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ταυτόχρονα ήταν φυσικό ότι η παραίτηση από το μαρξισμό - λενινισμό, από την επανάσταση και το σοσιαλισμό, δεν μπορούσε να μη συνεπάγεται και την παραίτηση από τις αρχές του προλεταριακού διεθνισμού, από τη συμπαράσταση και τη βοήθεια προς το επαναστατικό και απελευθερωτικό κίνημα.

Μολονότι τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας άρχισαν βαθμιαία να τηρούν κάποια απόσταση από τη Σοβιετική Ένωση, να κριτικάρουν τη Μόσχα για ορισμένες απόψεις της εσωτερικής και εξωτερικής της πολιτικής, να αποδοκιμάζουν κάποιες ενέργειες της στις διεθνείς σχέσεις, ωστόσο δεν έφτασαν ποτέ να χαρακτηρίσουν και να καταγγείλουν τη σημερινή Σοβιετική Ένωση σαν ιμπεριαλιστική χώρα. Καταδίκασαν μεν την εισβολή της, λόγου χάρη, στην Τσεχοσλοβακία, αλλά από την άλλη μεριά επιδοκίμασαν τις σοβιετικές επεμβάσεις στην Αφρική- ζήτησαν μεν την απομάκρυνση από τη Μεσόγειο του σοβιετικού πολεμικού στόλου, αλλά σιωπούν για την αποστολή των σοβιετικών όπλων σ' όλες τις γωνιές του κόσμου. Σύμφωνα με τους ευρωκομμουνιστές, η εσωτερική σοβιετική πολιτική είναι αντιδημοκρατική, ενώ η εξωτερική της πολιτική είναι γενικά σοσιαλιστική, αντιιμπεριαλιστική. Η θέση αυτή έκανε και κάνει τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα να υποστηρίζουν στη γενικότητα, με κάποιες αντιρρήσεις, την επεκτατική και ηγεμονιστική πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης.

Έτσι, όπως έγιναν υπερασπιστές του αστικού καθεστώτος μέσα στις χώρες τους, τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης έγιναν και υπέρμαχοι όχι λιγότερο ένθερμοι του ιμπεριαλιστικού συστήματος σε διεθνή κλίμακα. Οι ευρωκομμουνιστές έγιναν υποστηριχτές του αστικό - ιμπεριαλιστικού κατεστημένου σ' όλα τα μέτωπα.

Αν για τα εσωτερικά προβλήματα οι ευρωκομμουνιστές τηρούν και κάποιο προσωπείο, προσπαθούν να φανούν έστω και χλιαροί αντίπαλοι της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού συστήματος, στις σχέσεις διεθνούς κλίμακας μεταξύ της επανάστασης και του διεθνούς καπιταλισμού, μεταξύ των καταπιεζόμενων λαών και του ιμπεριαλισμού, μεταξύ του σοσιαλισμού και του καπιταλισμού, αυτοί είναι ολοφάνερα ενάντια σε κάθε αλλαγή.

Τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας και τα άλλα κόμματα του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος μετατράπηκαν τώρα σε φιλοϊμπεριαλιστικές πολιτικές δυνάμεις, που στη γραμμή και τη δράση τους δεν έχουν καμιά διαφορά από τα αστικά κόμματα αυτών των χωρών. Ας πάρουμε τη στάση τους απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά, που αντιπροσωπεύουν δύο από τις πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές βάσεις στις οποίες στηρίζεται και πραγματοποιείται η κυριαρχία της ευρωπαϊκής μεγαλοαστικής τάξης και η ηγεμονία του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στην Ευρώπη.

Το ΝΑΤΟ, αφότου ιδρύθηκε και μέχρι σήμερα, δεν άλλαξε ούτε τη φύση του, ούτε τις επιδιώξεις και ούτε τους στόχους του. Παραμένουν εκείνες οι συμφωνίες που υπογράφηκαν το 1949. Ποιος είναι ο σκοπός της ίδρυσης του Ατλαντικού Συμφώνου και γιατί διατηρείται, όλοι το ξέρουν. Αλλά κι αν δεν το ξέρουν τους το θυμίζουν καθημερινά το Πεντάγωνο και τα επιτελεία των Βρυξελλών. Το ΝΑΤΟ ήταν και παραμένει πολιτική και στρατιωτική συμμαχία του μεγάλου αμερικάνικου και ευρωπαϊκού κεφαλαίου για την περιφρούρηση, κατά πρώτο λόγο, του καπιταλιστικού συστήματος και των καπιταλιστικών θεσμών στην Ευρώπη, για να αποτρέψει το ξέσπασμα της επανάστασης και να την καταπνίξει βίαια σε περίπτωση που αναπτυχθεί. Από την άλλη μεριά η αντεπαναστατική αυτή οργάνωση είναι ο ένοπλος φρουρός της νεοαποικιοκρατίας, των ζωνών επιρροής των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, και όπλο του πολιτικού και οικονομικού επεκτατισμού τους. Να ελπίζεις ότι μπορεί να πετύχεις το μετασχηματισμό της καπιταλιστικής δυτικοευρωπαϊκής κοινωνίας και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού έχοντας μέσα στη χώρα το ΝΑΤΟ και τις αμερικανικές βάσεις, είναι να βλέπεις όνειρα του ξύπνου. Οι προσπάθειες των ευρωκομμουνιστών να αναφέρουν μόνο την αντισοβιετική αποστολή του ΝΑΤΟ και να λησμονούν την αποστολή του για την καταστολή της επανάστασης στη Δυτική Ευρώπη έχει σαν σκοπό να εξαπατήσει τους εργαζόμενους, να μην τους αφήσει να βλέπουν την πραγματικότητα.

Οι ευρωκομμουνιστές δε θέλουν να δουν την ύπαρξη ενός μεγάλου εθνικού προβλήματος, το ζήτημα της αμερικάνικης κυριαρχίας στη Δυτική Ευρώπη και την αναγκαιότητα της απαλλαγής της απ' αυτή την κυριαρχία. Από τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και μέχρι σήμερα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός έχει δέσει αυτό το τμήμα της Ευρώπης με λογής - λογιών αλυσίδες, πολιτικές, οικονομικές, στρατιωτικές, πολιτιστικές κ.λπ. Αν δεν σπάσουν αυτές οι αλυσίδες δεν μπορεί να υπάρξει όχι μόνο σοσιαλισμός, αλλά ούτε και αστική δημοκρατία, την οποία ανεβάζουν στα ουράνια οι ευρωκομμουνιστές. Το αμερικάνικο κεφάλαιο εισέδυσε τόσο πολύ στην Ευρώπη, μπερδεύτηκε τόσο πολύ με το ντόπιο κεφάλαιο, που δε διακρίνεις πια πού αρχίζει το ένα και πού τελειώνει το άλλο. Οι ευρωπαϊκές ένοπλες δυνάμεις έχουν συγχωνευτεί τόσο πολύ στο αμερικανοκρατούμενο ΝΑΤΟ, που στην πράξη αυτές δεν υπάρχουν πια σαν ανεξάρτητες εθνικές δυνάμεις. Μια συγχώνευση που όσο πάει και μεγαλώνει παρατηρείται στον οικονομικό και νομισματικό τομέα, στον τομέα της τεχνολογίας, της κουλτούρας κ.λπ.

Είναι αλήθεια ότι ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες - μέλη του ΝΑΤΟ και τις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής υπάρχουν διάφορες αντιθέσεις, που είναι συνηθισμένες και αναπόφευκτες( ανάμεσα στις μεγάλες καπιταλιστικές ομάδες και παρατάξεις, αλλά είναι γεγονός ότι για όλα τα μεγάλα διεθνή πολιτικά και οικονομικά ζητήματα, οι χώρες του ΝΑΤΟ πάντα έχουν υποταχθεί στην Ουάσιγκτον. Η ευρωπαϊκή μεγαλοαστική τάξη, όπως και όλη η αστική τάξη των άλλων χωρών, όταν πρόκειται να διαλέξει ανάμεσα στα ταξικά και τα εθνικά συμφέροντα, ροπή της είναι πάντα να θυσιάζει τα εθνικά συμφέροντα. Αυτός είναι ο λόγος που οι κομμουνιστές έχουν αγωνιστεί πάντα για την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων, βλέποντας τα στενά συνδεμένα με την υπόθεση της επανάστασης και του σοσιαλισμού.

Η άρνηση από τους ευρωκομμουνιστές ενός εθνικού προβλήματος στις χώρες τους, συγκεκριμένα της αναγκαιότητας του αγώνα κατά της αμερικάνικης κυριαρχίας και υπαγόρευσης και υπέρ της ενίσχυσης της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας, αποτελεί μια άλλη απόδειξη του πολιτικού και ιδεολογικού εκφυλισμού τους, της προδοσίας τους απέναντι στην υπόθεση της επανάστασης. Οι Ιταλοί ρεβιζιονιστές τώρα όχι μόνο επιμένουν να μείνει η Ιταλία στο ΝΑΤΟ, αλλά έγιναν πιο ατλαντιστές [ Νατοϊκοί (σημ. σύντ.).] και από τους χριστιανοδημοκράτες και τα άλλα φιλοαμερικάνικα αστικά κόμματα. «Η παραμονή της Ιταλίας στην Ατλαντική Συμμαχία απορρέει από την αναγκαιότητα της διατήρησης της ισορροπίας των δυνάμεων, από την οποία εξαρτάται η διασφάλιση της ειρήνης στην Ευρώπη και στον κόσμο» (La politica e l’organizzazione dei comunisti italiani, Roma, 1979, p.39-40), λένε οι ιταλοί ρεβιζιονιστές.

Με τη θέση αυτή οι μπερλινγκουερικοί λένε στους εργαζόμενους: Μην εναντιώνεστε στο ΝΑΤΟ, μη ζητάτε την απομάκρυνση των Αμερικάνων από τη Νεάπολη, την Καζέρτα, μην καταδικάζετε την εγκατάσταση πυρηνικών πυραύλων κοντά στα σπίτια σας, καμιά αντίρρηση να μην έχετε για τα αμερικάνικα αεροπλάνα που βρίσκονται στα ιταλικά αεροδρόμια έτοιμα για πτήσεις παντού όπου θίγονται τα συμφέροντα των αμερικάνων ιμπεριαλιστών. Ας θυσιαστούν—λένε οι ιταλοί ρεβιζιονιστές— τα εθνικά συμφέροντα της Ιταλίας για χάρη της αμερικάνικης ηγεμονιστικής πολιτικής, ας υπαγορεύει η Ουάσιγκτον για το ποιος και πώς πρέπει να κυβερνά στην Ιταλία, και τέλος, ας πάει στην πυρηνική πυρκαγιά όλη η Ιταλία, αρκεί να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ των υπερδυνάμεων.

Η θέση της ισορροπίας μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων σαν παράγοντας ή μέσο διαφύλαξης της ειρήνης είναι παλιό ιμπεριαλιστικό σύνθημα που ο κόσμος, και προπαντός η Ευρώπη, το γνωρίζουν πολύ καλά. Η θέση αυτή αποσκοπούσε πάντα να δικαιολογήσει την ηγεμονιστική πολιτική των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το δικαίωμα που δίνουν στον εαυτό τους να επεμβαίνουν στις εσωτερικές υποθέσεις και να κυριαρχούν πάνω στους άλλους.

Να παραδεχτείς την αναγκαιότητα ύπαρξης και ενίσχυσης των ιμπεριαλιστικών συνασπισμών σαν δήθεν μέσο διαφύλαξης της ειρήνης, όπως λένε οι ρεβιζιονιστές, σημαίνει να επιδοκιμάζεις και την πολιτική τους. Οι ιμπεριαλιστικοί στρατιωτικοί συνασπισμοί υπάρχουν όχι για τη διαφύλαξη της ειρήνης και την υπεράσπιση της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας ή της κυριαρχίας των χωρών μελών, όπως διατυμπανίζουν οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές, αλλά για το σφετερισμό τους· οι συνασπισμοί αυτοί υπάρχουν για τη διατήρηση της κυριαρχίας και ηγεμονίας των υπερδυνάμεων σ' αυτές τις χώρες. Είναι γνωστό ότι ένας από τους κυριότερους σκοπούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού όταν ίδρυσε το ΝΑΤΟ ήταν να υπερασπίσει με την πολιτική αλλά και με τη δύναμη των όπλων τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής στην Ευρώπη και να καταστείλει με φωτιά και σίδερο κάθε επανάσταση που μπορούσε να ξεσπάσει εκεί. Αυτά ακριβώς τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ υποστηρίζουν οι ευρωκομμουνιστές ρεβιζιονιστές.

Η πολιτική των συνασπισμών είναι η επιθετική πολιτική των υπερδυνάμεων, που απορρέει από την επεκτατική και ηγεμονιστική στρατηγική τους, από τις βλέψεις για την εγκαθίδρυση της απόλυτης και αδιαίρετης κυριαρχίας τους σ' όλο τον κόσμο. Οι ευρωκομμουνιστές δε βλέπουν ή δε θέλουν να δουν αυτή τη φύση άρπαγα του
ιμπεριαλισμού, γιατί σύμφωνα με τις «θεωρίες» τους, το μεγάλο κεφάλαιο που αποτελεί τις βάσεις του, «δημοκρατικοποιείται», γίνεται «λαϊκό», γιατί η μεγαλοαστική τάξη «περνά στο σοσιαλισμό».

Και οι γάλλοι ρεβιζιονιστές, όσον αφορά την αφοσίωση τους στο ΝΑΤΟ, δεν έχουν καμιά διαφορά από τα αδέρφια τους Ιταλούς, αλλά για να είναι σε σύμπνοια με τους ζισκαρικούς ή με τους γκωλικούς μιλούν κι αυτοί για την ιδιαίτερη θέση που πρέπει να έχει η Γαλλία σ' αυτούς τους οργανισμούς. Από μέρους του, το κόμμα του Καρρίγιο προσπαθεί με όλα τα μέσα που διαθέτει να πάρει τη σημαία του πρωταγωνιστή της ένταξης της Ισπανίας στο ΝΑΤΟ. Έτσι εκπληρώνεται το απραγματοποίητο όνειρο του Φράνκο.

Η Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά και η Ενωμένη Ευρώπη, η μεγάλη αυτή ένωση καπιταλιστικών μονοπωλίων και πολυεθνικών εταιριών για την εκμετάλλευση των λαών και των εργαζόμενων μαζών της Ευρώπης και των λαών του κόσμου, είναι για τους ευρωκομμουνιστές μια «πραγματικότητα» που πρέπει να γίνει δεχτή. Να παραδεχτείς όμως αυτή την «πραγματικότητα» σημαίνει να παραδεχτείς την εξάλειψη της κυριαρχίας, των πολιτιστικών και πνευματικών παραδόσεων των ιδιαίτερων χωρών της Ευρώπης σε όφελος των συμφερόντων των μεγάλων μονοπωλίων, να παραδεχτείς την εξάλειψη της προσωπικότητας των ευρωπαϊκών λαών και τη μετατροπή τους σε μάζα καταπιεζόμενων από τις πολυεθνικές εταιρίες στις οποίες κυριαρχεί το μεγάλο αμερικάνικο κεφάλαιο.

Τα συνθήματα των ευρωκομμουνιστών για δήθεν συμμετοχή τους στο «κοινοβούλιο και στα άλλα όργανα της ευρωπαϊκής κοινότητας θα οδηγήσουν στο δημοκρατικό μετασχηματισμό» και στη δημιουργία μιας «Ευρώπης των εργαζομένων», είναι μόνον απάτη και δημαγωγία. Όσο μπορεί να μετατραπεί η καπιταλιστική κοινωνία κάθε χώρας σε σοσιαλιστική κοινωνία με «δημοκρατικό δρόμο», τόσο μπορεί και η Ευρώπη να γίνει τέτοια με τις ομιλίες των ευρωκομμουνιστών στις προπαγανδιστικές διασκέψεις του κοινοβουλίου της Ενωμένης Ευρώπης. Γι αυτό, η θέση των ευρωκομμουνιστών προς την Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά και την Ενωμένη Ευρώπη είναι στάση οπορτουνιστή και απεργοσπάστη, που απορρέει από τη γραμμή τους της ταξικής συμφιλίωσης και υποταγής στην αστική τάξη. Με τη θέση τους αυτή επιδιώκουν να αποπροσανατολίσουν τις εργαζόμενες μάζες, να σπάσουν τη μαχητική ορμή αυτών των μαζών στον αγώνα τους για την υπεράσπιση των ταξικών τους συμφερόντων και των συμφερόντων όλου του έθνους.
Η ρεφορμιστική ιδεολογία, η υποταγή στην αστική τάξη και η συνθηκολόγηση μπροστά στην ιμπεριαλιστική πίεση μετέτρεψε τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα όχι μόνο σε αντεπαναστατικά, αλλά και σε αντεθνικά κόμματα. Σπάνια μπορεί να βρεθούν ακόμα και στις γραμμές της αστικής τάξης άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους πολιτικοί να δέχονται την αντίληψη της «περιορισμένης κυριαρχίας», καθώς κάνει ο Καρρίγιο όταν γράφει: «...είμαστε ενσυνείδητοι, ότι η ανεξαρτησία αυτή θα είναι πάντα σχετική...». Στη «δημοκρατική και σοσιαλιστική» Ισπανία, που αυτός έχει προγραμματίσει, «... οι επενδύσεις των ξένων κεφαλαίων και η λειτουργία των πολυεθνικών εταιριών δε θα απαγορευτούν...». Αλλά, προσθέτει, «Πρέπει να πληρώσουμε για μακρό χρονικό διάστημα κάποιο φόρο στο ξένο κεφάλαιο σε μορφή υπεραξίας, ...αλλά αυτό θα χρησιμεύσει στην ανάπτυξη των τομέων εκείνων που ανταποκρίνονται στο εθνικό συμφέρον» (S. Carillo, "Eurocommunisme" et etat, France, 1977, p.157-160)
Με τις θέσεις τους προς υπεράσπιση των μονοπωλίων και των συμφερόντων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι ευρωκομμουνιστές αντιπαρατάχθηκαν στις αντιιμπεριαλιστικές και δημοκρατικές παραδόσεις των γάλλων, ισπανών και ιταλών εργατών.

Αντιπαρατάχθηκαν και ενάντια στις πατριωτικές παραδόσεις και στην πάλη που οι εργαζόμενοι και οι προοδευτικοί άνθρωποι αυτών των χωρών έχουν κάνει ενάντια στο ΝΑΤΟ, ενάντια στις αμερικάνικες βάσεις στην Ευρώπη, ενάντια στις επεμβάσεις και τις πιέσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Οι ευρωκομμουνιστές εγκατέλειψαν τις θέσεις αυτές και πέρασαν στο στρατόπεδο της αντίδρασης.

Η ιδέα της ταξικής συμφιλίωσης και της υποταγής στην ξένη κυριαρχία, που διέπει όλη την πολιτική και ιδεολογική γραμμή των ευ ρω κομμουνιστών, φαίνεται ξεκάθαρα και στη θέση που αυτοί παίρνουν απέναντι στα επαναστατικά, εθνικοαπελευθερωτικά και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα. Αφού δεν είναι υπέρ της επανάστασης στη χώρα τους, δεν είναι ούτε υπέρ της επανάστασης στις άλλες χώρες. Δε θέλουν την εξασθένηση της ντόπιας ιμπεριαλιστικής και νεοαποικιοκρατικής αστικής τάξης, επομένως την επανάσταση στις καταπιεζόμενες χώρες δεν μπορούν ποτέ να τη βλέπουν σαν άμεση βοήθεια για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Η ενιαία πορεία της επανάστασης, η φυσική σύνδεση των διαφόρων ρευμάτων της, η απαραίτητη αμοιβαία βοήθεια, δεν υπάρχουν γι’ αυτούς. Κάπου κάπου, για τα μάτια, για προπαγανδιστικούς σκοπούς λένε και κάνα λόγο υπέρ των αντιιμπεριαλιστικών κινημάτων. Αυτή όμως μένει κούφια φράση, χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο και πάνω απ' όλα δε συνοδεύεται από πολιτικές ενέργειες. Η «υποστήριξη» τους είναι κυρίως μια πόζα κάπως «αριστερή», μια μόδα για να φανούν σαν προοδευτικοί, σαν δημοκράτες.

Στη στάση τους απέναντι στα επαναστατικά και απελευθερωτικά κινήματα οι ευρωκομμουνιστές αγκαλιάζουν γενικά την ιδεολογία της μη δέσμευσης, η οποία τους δίνει μεγάλη βολικότητα να δικαιολογήσουν την υποταγή των λαών στην κυριαρχία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και να ρεκλαμάρουν τη νεοαποικιοκρατία σα δρόμο σωτηρίας από τη φτώχεια και σα δρόμο ανάπτυξης των πρώην αποικιακών χωρών.

«Σταθμό θεμελιώδους σπουδαιότητας στην πάλη για ειρήνη, για διεθνή συνεργασία και για μια πολιτική ειρηνικής συνύπαρξης αποτελούν οι όλο και μεγαλύτερες προσπαθείς για τη δόμηση ενός νέου διεθνούς συστήματος και καθεστώτος και στον οικονομικό τομέα» (La politica e l’organizzazione dei comunisti italian, Roma, 1979, p.40), γράφουν οι ιταλοί ρεβιζιονιστές στις θέσεις του τελευταίου συνεδρίου τους. Είναι συνεπείς στην οπορτουνιστική τους γραμμή.

Όπως θέλουν να μεταρρυθμίσουν το καπιταλιστικό καθεστώς στη χώρα τους, έτσι νομίζουν πως με μερικές μεταρρυθμίσεις μπορεί να αλλάξει και ο εκμεταλλευτικός χαρακτήρας των διεθνών οικονομικών σχέσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Για το νέο διεθνές οικονομικό καθεστώς, ή όπως το φαντάζονται αυτό οι ευρωκομμουνιστές, μιλάει και ο Καρρίγιο.

Τούτος μάλιστα είναι πιο ξεκάθαρος. « Όπως και να έχει το πράγμα—λέει ο Καρρίγιο— πρέπει να ξεκινούμε από μια αντικειμενική πραγματικότητα: αν και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι πια ένα ενιαίο διεθνές σύστημα, υπάρχει πάντα μια διεθνή αγορά που ρυθμίζεται από τους αντικειμενικούς νόμους ανταλλαγής εμπορευμάτων, νόμοι που στην τελευταία ανάλυση είναι καπιταλιστικοί»( S. Carrillo, "Eurocommunisme" et etat, France, 1977, p.159)
Σύμφωνα με τον Καρρίγιο, αυτοί οι καπιταλιστικοί αντικειμενικοί «νόμοι» δεν μπορεί να τροποποιηθούν και να αντικατασταθούν ούτε και στις συνθήκες του σοσιαλισμού. Για να «επιχειρηματολογήσει» τη θέση του αυτή φέρει σαν παράδειγμα τον καπιταλιστικό χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των ρεβιζιονιστικών χωρών στον οικονομικό τομέα. Με άλλα λόγια, κατά τον Καρρίγιο, προκύπτει πως άδικα ξεσηκώνονται και παλεύουν οι λαοί ενάντια στην εθνική και νεοαποικιοκρατική καταπίεση, ενάντια στις άνισες ανταλλαγές ανάμεσα στις αναπτυγμένες και υποανάπτυχτες καπιταλιστικές χώρες, που εκφράζονται προπαντός στην άγρια καταλήστευση των πρώτων υλών των υποανάπτυχτων χωρών. Είναι το διεθνές αυτό καθεστώς που ο Καρρίγιο θέλει να το διατηρήσει και ο Μπερλίνγκουερ θέλει να το ρετουσάρει για να φανεί νέο και λουστραρισμένο.

Μια γραμμή που αντιτίθεται στα πραγματικά εθνικά συμφέροντα της χώρας, μια γραμμή που υπερασπίζεται την ιμπεριαλιστική ηγεμονία και επεκτατισμό, που εγκωμιάζει την νεοαποικιοκρατία και εξαγιάζει την ξένη καπιταλιστική εκμετάλλευση, είναι προορισμένη να αποτύχει. Οι αντικειμενικοί νόμοι εξέλιξης της ιστορίας δεν μπορεί να αλλάξουν. Το νέο παγκόσμιο σύστημα, για το οποίο αγωνίζεται το προλεταριάτο και οι λαοί, δεν είναι το ιμπεριαλιστικό σύστημα, που διαφημίζουν οι ευρωκομμουνιστές, αλλά το σοσιαλιστικό σύστημα, σύστημα στο οποίο ανήκει το μέλλον.

Η θέση των ρεβιζιονιστικών κομμάτων Ιταλίας, Γαλλίας και Ισπανίας απέναντι στη Σοβιετική Ένωση και οι σχέσεις τους μ' αυτή, έγιναν τελευταία αντικείμενο μεγάλης συζήτησης και ερμηνείας απ' όλη τη διεθνή αστική τάξη. Η απόπειρα των ευρωκομμουνιστών να φανούν «ανεξάρτητοι» από τη Μόσχα, «πρωτότυποι», μάλιστα και «αντίπαλοι» της Σοβιετικής Ένωσης φαινομενικά γίνεται για να εξαπατήσουν δήθεν την αστική τάξη των χωρών τους, αλλά στην πραγματικότητα γίνεται για να εξαπατήσουν το προλεταριάτο των χωρών τους και το διεθνές προλεταριάτο. Δεν αποκλείεται καθόλου η πιθανότητα να είναι αυτό και μανούβρα των σοβιετικών ρεβιζιονιστών για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι υπάρχουν δήθεν βαθιές διαφορές και αντιθέσεις «αρχών» μεταξύ αυτών και των κομμουνιστικών κομμάτων της Δυτικής Ευρώπης, προπαντός των κομμάτων Ιταλίας και Γαλλίας, με σκοπό να διευκολύνουν τη συμμετοχή των κομμάτων αυτών στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους. Αν επιτευχθεί αυτό, πάει σε όφελος του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, σε όφελος της παγκόσμιας κυριαρχίας του, γιατί εξασθενίζει τους αντιπάλους του, αυξάνοντας την επίδραση και την ηγεμονία του σε διάφορες χώρες. Στους χρουστσιοφικούς ρεβιζιονιστές χρειάζεται αυτό και για να υποστηρίξουν την αντιμαρξιστική τους θέση, σύμφωνα με την οποία «η κατάληψη της εξουσίας μπορεί να γίνει με ειρηνικό δρόμο» και να «αποδείξουν» έτσι αυτό που δεν μπόρεσε να αποδειχθεί στη Χιλή. Ο Μπρέζνιεφ, στο 25ο Συνέδριο του ΚΚ της ΣΕ ανάφερε μάλιστα πως η πείρα της Χιλής δεν ανατρέπει τη θεωρία της κατάληψης της εξουσίας με κοινοβουλευτικό δρόμο.

Από την άλλη μεριά, ο ευρωκομμουνισμός είναι μια ιδέα που αρέσει και στην ευρωπαϊκή καπιταλιστική μεγαλοαστική τάξη, η οποία υποδαυλίζει και αναρριπίζει με όλους τους τρόπους τις αντιθέσεις ανάμεσα στους ευρωκομμουνιστές και τους σοβιετικούς σοσιαλιμπεριαλιστές, επειδή την ενδιαφέρει να εξασθενίσει τη ρεβιζιονιστική ιδεολογική δύναμη και την επίδραση της Σοβιετικής Ένωσης. Προσπαθεί να παρουσιάσει τον ιταλικό, ισπανικό, γαλλικό κ.λπ. ρεβιζιονισμό σαν ιδεολογικό συνασπισμό που διαμορφώνεται τώρα στην Ευρώπη ενάντια στο σοβιετικό ιδεολογικό συνασπισμό. Και αφού πρόκειται για αντισοβιετικό ιδεολογικό συνασπισμό, εννοείται τότε ότι η αντιδραστική αστική τάξη των εκβιομηχανισμένων χωρών της Ευρώπης έχει αυτόν τον ευρωκομμουνισμό κάτω από την επίδραση της.
Όπως κι αν είναι, το Κρεμλίνο δε θα την ήθελε μια πλήρη απόσπαση του ευρωκομμουνισμού από την επίδραση του. Γι' αυτό η προπαγάνδα που αναπτύσσεται στη Δύση για τον ευρωκομμουνισμό σαν «ανεξάρτητο» ρεβιζιονιστικό ιδεολογικό ρεύμα εξοργίζει τη Μόσχα.

Αυτό προέρχεται και λόγω του ότι έτσι γίνεται δημοσία γνωστή η διάσπαση που στην πραγματικότητα υπάρχει από καιρό ανάμεσα στα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Δυτικής Ευρώπης, από τη μια μεριά, και στο ρεβιζιονιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης και των δορυφόρων της στην Ανατολική Ευρώπη, από την άλλη.

Ενότητα των κομμάτων αυτών ούτε υπήρχε, ούτε υπάρχει και ούτε πρόκειται να υπάρξει. Ωστόσο, στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης αρέσει να φαίνεται για τα μάτια κάποια ενότητα ανάμεσα στα ρεβιζιονιστικά κόμματα, όχι μόνον της Ευρώπης, αλλά και όλου του κόσμου. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης προσπαθεί με προσωπεία να διατηρήσει την ιδεολογική ηγεμονία του πάνω σ' όλα τα άλλα ρεβιζιονιστικά κόμματα του κόσμου. Είναι διψασμένο να υπογράφει κοινές δηλώσεις και ανακοινώσεις μαζί τους για να δημιουργεί την εντύπωση ύπαρξης της ενότητας και του σεβασμού που έχουν αυτά τα κόμματα για τη σοβιετική ηγεσία.

Διαφορές και διαφωνίες μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας, από τη μια μεριά, και τους χρουστσιοφικούς ρεβιζιονιστές, από την άλλη, υπήρχαν από τον καιρό του Τολιάττι και του Τορέζ και αυτές οι διαφωνίες και διχόνοιες αύξαιναν και μεγάλωναν συνεχώς, αλλά σε τέτοιο βαθμό όξυνσης, όπως σήμερα, δεν είχαν φθάσει.

Η όξυνση τώρα είναι κατάδηλη. Η «Πράβντα» επετέθηκε στον Καρρίγιο και καταδίκασε τον ευρωκομμουνισμό. Ο Καρρίγιο απάντησε το ίδιο σκληρά στη Μόσχα. Τα είπε καθαρά και ξάστερα για τον ρεβιζιονιστικό ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό του κόμματος του και έκοψε τις σχέσεις εξάρτησης από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης.
Μετά την κριτική της «Πράβντα» και την απάντηση του Καρρίγιο, η Ένωση Κομμουνιστών Γιουγκοσλαβίας βάλθηκε με πάθος να υπερασπίσει το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας. Οι γιουγκοσλάβοι ρεβιζιονιστές πήραν ανοιχτά το μέρος του Καρρίγιο, γιατί ήταν και είναι υπέρ αυτού του διαχωρισμού, υπέρ της απόσπασης των ρεβιζιονιστικών κομμάτων από τη Μόσχα και πάντα έχουν πολεμήσει γι' αυτό το σκοπό.

Οσο για τα ρεβιζιονιστικά κόμματα Γαλλίας και Ιταλίας αυτά είναι πιο μετρημένα σ' αυτή την πολεμική που πότε την οξύνουν και πότε την αμβλύνουν και άλλες φορές την σβήνουν εντελώς. Αυτό εξηγείται όχι από κάποια ιδιαίτερη «σύνεση», αλλά, καθώς φαίνεται, από την ύπαρξη μερικών υλικών και άλλων σχέσεων, τις οποίες θέλουν να διατηρήσουν μια και τους φέρνουν οφέλη. Χάρη ακριβώς της διατήρησης αυτών των δεμένων με ρούβλια νημάτων, που από καιρό υπάρχουν ανάμεσα σ' αυτά και τους Σοβιετικούς, τα κόμματα αυτά επιθυμούν να κατευνάσουν λιγάκι τα πνεύματα και η πολεμική με τους χρουστσιοφικούς να μη πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Οι επισκέψεις του Μπερλίνγκουερ, του Παγέττα και άλλων στη Μόσχα γι' αυτό το σκοπό έγιναν. Οι ιταλοί ρεβιζιονιστές αρχηγοί δήλωσαν πως πηγαίνουν στη Μόσχα για να εξηγήσουν στους σοβιετικούς ηγέτες ότι δεν πρέπει να υπάρχει σφοδρή πολεμική και ότι η Μόσχα δεν έχει το δικαίωμα να αναμιγνύεται ή να επεμβαίνει στη γραμμή ενός κομμουνιστικού κόμματος μιας άλλης χώρας, αφού κάθε κόμμα έχει το δικαίωμα να καθορίζει μόνο του τη στρατηγική και τη γραμμή του με βάση τις καταστάσεις της χώρας και με την πείρα δήθεν του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Η Μόσχα είναι πρόθυμη να βάλει την υπογραφή της στις θέσεις αυτές, αλλά σαν ανταμοιβή ζητάει την αναγνώριση του «σοσιαλισμού» της και, πάνω απ' όλα, την έγκριση της εξωτερικής πολιτικής της στις κυριότερες κατευθύνσεις. Όταν ο Μαρσέ επικροτεί τη σοβιετική κατάληψη του Αφγανιστάν και την επεκτατική πολιτική του Κρεμλίνου την ρεκλαμάρει σαν την ανώτερη έκφραση της «διεθνούς αλληλεγγύης», ο Μπρέζνιεφ δεν μπορεί να μην του το ξεπληρώσει εγκρίνοντας τον πολυπόθητο για τους γάλλους ρεβιζιονιστές «δημοκρατικό δρόμο», που ταυτίζεται απόλυτα και με τις θέσεις του χρουστσιοφικού 20ου Συνεδρίου.

Τα ρεβιζιονιστικά κόμματα Ιταλίας, Γαλλίας και Ισπανίας, αν και έχουν τώρα την ίδια στρατηγική, στις τακτικές τους αλλάζουν κάπως, λόγω των ιδιαιτεροτήτων της αστικής τάξης της καθεμιάς από τις τρεις αυτές χώρες. Η γαλλική αστική τάξη είναι ισχυρή, είναι αστική τάξη με μακρόχρονη πείρα. Διαθέτει μεγάλο πολιτικό - ιδεολογικό δυναμικό, μη μιλώντας για την οικονομική της ισχύ και για την στρατιωτική και αστυνομική εξουσία που έχει στα χέρια της, ενώ η ιταλική αστική τάξη είναι λιγότερο ισχυρή από τη γαλλική. Μολονότι έχει τη δύναμη στα χέρια της, έχει ωστόσο αρκετά τρωτά. Η κατάσταση αυτή έκαμε δυνατό ώστε το ιταλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα να βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις, να πετύχει να καθιερώσει και πολλές μορφές συνεργασίας, ακόμα και κοινοβουλευτική συνεργασία με τα άλλα κόμματα, μη μιλώντας εδώ για τη συνεργασία διαμέσου των συνδικάτων με την ιταλική καπιταλιστική αστική τάξη και κυρίως με το χριστιανοδημοκρατικό της κόμμα. Είναι αυτός ο λόγος που το κόμμα του Μπερλίνγκουερ προσπαθεί να συμβαδίζει με την αστική τάξη, ταυτόχρονα όμως να παίζει και μια πολιτική de bascule [Γαλλικά στο κείμενο - ισορρόπησης] μεταξύ της Μόσχας και της αστικής τάξης της χώρας του, τόσο το περισσότερο που και η ιταλική αστική τάξη έχει κι αυτή τα συμφέροντα της στη Σοβιετική Ένωση. Ας μην ξεχνούμε τις μεγάλες επενδύσεις που αυτή η αστική τάξη έκαμε στη Σοβιετική Ένωση.

Και η γαλλική αστική τάξη, που ξέρει ποια είναι η ρεβιζιονιστική Σοβιετική Ένωση, δεν πάει στα τυφλά στην πολιτική της, καταπώς θέλουν και κηρύσσουν οι κινέζοι ρεβιζιονιστές, οι οποίοι ζητούν από τη Γαλλία να οξύνει τις σχέσεις της με τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς, οι σχέσεις ανάμεσα σ' αυτές τις δύο χώρες δεν είναι μέλι γάλα, αλλά δεν είναι ούτε και οξυμένες όπως τις θέλουν οι Κινέζοι. Ωστόσο και το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα, στη δική του πολιτική βολέματος με τους σοσιαλιστές, λαμβάνει υπόψη του να μην το πάει σε ανοιχτή και κατηγορηματική αντίθεση με τη Μόσχα, αλλά να διατηρήσει μαζί της κάποιο στάτους κβο, τη στιγμή που η ίδια η Μόσχα πάει να ευθυγραμμιστεί και να ενωθεί με τη γαλλική αστική τάξη.

Αλλάζει η κατάσταση με την ισπανική αστική τάξη. Ο μεταφραγκισμός, το κόμμα του Σουάρεθ που είναι στην εξουσία, σε συνεργασία με τα άλλα κόμματα, αντιπροσωπεύει μια αστική τάξη που έχει κι αυτή τις παραδόσεις της, αλλά οι παραδόσεις αυτές είναι περισσότερο παραδόσεις της φασιστικής δικτατορίας. Είναι μια αστική τάξη που πέρασε μέσα από πολλές ταραχές, που δεν της επέτρεψαν να δημιουργήσει εκείνη τη σταθερότητα που δημιούργησε η γαλλική αστική τάξη και μετά αυτή η ιταλική αστική τάξη. Η ισπανική αστική τάξη βρίσκεται πάνω στην ανόρθωση της. Ο Καρρίγιο με τη ρεβιζιονιστική ιδεολογία του συμπεριλήφθηκε σ! αυτή τη διαδικασία, στη διαδικασία της ενίσχυσης και εμπέδωσης ενός καπιταλιστικού καθεστώτος που βρίσκεται σε στενή σχέση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και που καταβάλλει προσπάθειες να ενταχθεί στο ΝΑΤΟ, στην Ενωμένη Ευρώπη κ.λπ. Όλα αυτά περιορίζουν το πεδίο ελιγμού, τόσο της αστικής τάξης, όσο και του ισπανικού ρεβιζιονιστικού κόμματος, το παιγνίδι των οποίων με τη Μόσχα δεν έχει μεγάλο περιθώριο.

Ο ευρωκομμουνισμός αρέσει και στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας, τόσο στην ιδεολογία, όσο και στην πρακτική δράση. Το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα συμφωνεί και με την ονομασία, και με το περιεχόμενο της γραμμής των τριών αυτών κομμάτων. Η Κίνα ως κράτος αλλά και το κόμμα που καθορίζει τη γραμμή και τη στρατηγική αυτού του κράτους, πάνε σύμφωνα με τις παγκόσμιες συγκυρίες, που αλλάζουν κάθε τόσο. Στην παράταξη, τη λεγόμενη ευρωκομμουνισμό, το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα βλέπει ένα ιδεολογικό αντίπαλο της Σοβιετικής Ένωσης, που τη θεωρεί υπ’ αριθμό ένα εχθρό.

Γι' αυτό η Κίνα, όπως υποστηρίζει και βοηθεί χωρίς τον παραμικρότερο δισταγμό και επιφύλαξη κάθε δύναμη (με εξαίρεση τους πραγματικούς μαρξιστές - λενινιστές και επαναστάτες) που τάσσεται ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, έτσι υποστηρίζει και επιδοκιμάζει και τον ευρωκομμουνισμό. Το Κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα έχει αποκαταστήσει από καιρό σχέσεις με τον Καρρίγιο όπως κάνει τώρα και με τον Μπερλίνγκουερ. Ένα βήμα έκανε στέλνοντας τον κινέζο πρεσβευτή στη Ρώμη να παραβρεθεί σαν επίσημος αντιπρόσωπος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας στο πρόσφατο συνέδριο του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Τώρα τελευταία περίμενε τον Μπερλίνγκουερ στο Πεκίνο. Δε χωρεί αμφιβολία ότι θα αποκαταστήσει τις σχέσεις και με το γαλλικό ρεβιζιονιστικό κόμμα. Οι σχέσεις αυτές όλο και αυξαίνουν και θα ενισχύονται. Και δεν μπορεί να μην πραγματοποιηθούν αυτοί οι δεσμοί όταν υπάρχει η ταυτότητα στρατηγικής τους και η ομοιότητα στις τακτικές τους. Οι καθυστερήσεις στην αποκατάσταση στενών σχέσεων προέρχονται από την Κίνα η οποία φοβάται να προχωρήσει πολύ στην κατεύθυνση των ευρωκομμουνιστικων κομμάτων μην τυχόν και πεισματώσει τους ανώτερους κύκλους της κυρίαρχης αστικής τάξης σ' αυτές τις χώρες, και κυρίως τα δεξιά κόμματα, στα οποία δίνει προτεραιότητα και τα θεωρεί τους πιο στενούς συμμάχους.

Τα πραγματικά μαρξιστικά - λενινιστικά κόμματα της Ευρώπης και όλων των ηπείρων δεν παραπλανούνται από τις τακτικές και τις μανούβρες των σοβιετικών ρεβιζιονιστών, που λένε ότι ήρθαν δήθεν σε αντίθεση και αναπτύσσουν πολεμική με τον λεγόμενο ευρωκομμουνισμό. Αυτά τα κόμματα γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να βρουν εδώ κάποιο ρήγμα. Κατ' αρχήν, μεταξύ των ρεβιζιονιστών δεν υπάρχουν ρήγματα.

Διασπάστηκαν για λόγους τακτικής για να πραγματοποιήσουν καλύτερα τη στρατηγική τους, η οποία στόχο έχει την πλήρη κυριαρχία του σύγχρονου ρεβιζιονισμού πάνω στο παγκόσμιο προλεταριάτο. Γι' αυτό τα μαρξιστικά - λενινιστικά κόμματα ξεσκεπάζουν και καταπολεμούν εξίσου τόσο τον σοβιετικό σύγχρονο ρεβιζιονισμό, όσο και τον γιουγκοσλάβικο, κινέζικο και ευρωκομμουνιστικό ρεβιζιονισμό. Σ' αυτό το ζήτημα δεν υπάρχει και δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αυταπάτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: